Ενώ η χώρα προεδρεύει στην Ε.Ε., δεν εφαρμόζει στην πράξη το ευρωπαϊκό δίκαιο στο εσωτερικό – τα έγγραφα που βάζουν φωτιά στη ρύθμιση του επαγγέλματος της διατροφής
Υποθέσεις που ξεκίνησαν σαν “τυπική αίτηση εγγραφής” σε μητρώο, εξελίσσονται σε πολιτικό και οικονομικό ζήτημα: ποιος μπορεί να ασκεί νόμιμα επάγγελμα στη διατροφική φροντίδα, ποιος αποκλείεται, και – το πιο κρίσιμο – με ποια κριτήρια.
Κύπριοι πολίτες που σπούδασαν σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., πλήρως νόμιμοι να εργαστούν στον τομέα της υγείας, και συγκεκριμένα στο επάγγελμα του (κλινικού) διαιτολόγου στη χώρα όπου σπούδασαν, επιστρέφουν στην Κύπρο — και βρίσκουν την πόρτα του επαγγέλματος κλειστή.
Οι λόγοι είναι πολλοί και συχνά αγγίζουν το παράλογο: είτε σπούδασες σε χώρα της Ε.Ε. που δεν αναγνωρίζεται αυτόματα (από τα 27 κράτη-μέλη αναγνωρίζονται, με περιορισμούς, μόνο πτυχία από 5 χώρες — Ελλάδα, Κύπρος, Ουγγαρία, Πολωνία, Ιταλία), είτε ο ακαδημαϊκός τίτλος δεν ταυτίζεται λέξη προς λέξη, είτε δεν συμπληρώνεις ακριβώς 1.000 ώρες πρακτικής άσκησης αλλά, για παράδειγμα, 900 (ασχέτως ότι μπορεί να έχεις και 5 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας), είτε δεν κάλυψες όλα τα απαιτούμενα μαθήματα αποκλειστικά στο Bachelor ή στο Master αλλά τα κάλυψες συνδυαστικά (δηλαδή τα κάλυψες), και το γεγονός ότι είσαι ήδη αναγνωρισμένος σε άλλο κράτος-μέλος και διαθέτεις πάνω από 10 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας απλώς… δεν μετρά.
Και εδώ ξεκινά η ειρωνεία: ακόμη και η Ελλάδα — μία από τις ελάχιστες «αναγνωρισμένες» χώρες της Ένωσης — δεν αποτελεί εγγύηση. Πολλοί Κύπριοι διαιτολόγοι που εργάζονται νόμιμα σε νοσοκομεία στην Ελλάδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς ή προβλήματα αναγνώρισης στην Κύπρο. Έτσι, ο κύκλος των «αναγνωρισμένων» στενεύει ακόμη περισσότερο.
Το αποκορύφωμα του παραλόγου; Επαγγελματίες με πτυχίο στη Διαιτολόγια ή άλλο αντίστοιχο τίτλο – ουσιαστικά το ίδιο επάγγελμα, αφού οι τίτλοι σπουδών διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών – ακόμη και με περισσότερα από 10 χρόνια εμπειρίας σε νοσοκομειακό περιβάλλον, ενδέχεται να απορριφθούν, παρότι είναι πλήρως αναγνωρισμένοι στη χώρα σπουδών τους, ενταγμένοι στο σύστημα υγείας και έχουν περάσει από χρονοβόρες διαδικασίες αναγνώρισης — όμως στην Κύπρο η αξιολόγηση σταματά στον τίτλο και όχι στο περιεχόμενο. Την ίδια στιγμή, απόφοιτοι άλλων επιστημών χωρίς εκτενή μαθήματα διατροφής στο πρώτο τους πτυχίο και χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της διαιτολογίας, μπορούν να ολοκληρώσουν μεταπτυχιακό στην Κλινική Διαιτολογία στην Κύπρο και να αναγνωριστούν πλήρως ως κλινικοί διαιτολόγοι.
Και το κερασάκι στην τούρτα; Πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγκάζονται να βγουν εκτός Ευρώπης — π.χ. στην Αμερική ή στο Ηνωμένο Βασίλειο — για να τους εξετάσουν ουσιαστικά τις σπουδές τους και να τους δώσουν έναν τίτλο, γιατί χωρίς «τον σωστό τίτλο» το συμβούλιο δεν τους δέχεται. Μόνο που ούτε εκεί τα πράγματα είναι απλά: σε κρίνουν με βάση ένα πτυχίο — είτε το προπτυχιακό είτε το μεταπτυχιακό. Αν όμως έχεις τα απαραίτητα μαθήματα μοιρασμένα και στα δύο, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ξανά αδιέξοδο.
Και στο κάτω-κάτω, γιατί να πρέπει να βγεις εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης; Να πληρώσεις επιπλέον έξοδα για αξιολογήσεις, να μπλέξεις με διαδικασίες και να αναγκάζεσαι να πληρώνεις συνδρομές εκτός Ευρώπης μόνο και μόνο για να παραμένει «ενεργός» ένας τίτλος, ώστε να μπορείς να εργαστείς… μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Και εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: ποιος είναι τελικά ο ρόλος του Συμβούλιο Εγγραφής Επιστημόνων, Τεχνολόγων Τροφίμων και Διαιτολόγων Κύπρου (ΣΕΕΤΤΔ), αν δεν μπορεί να αξιολογήσει την κάθε περίπτωση με βάση το περιεχόμενο των σπουδών και τα πραγματικά προσόντα; Στην πράξη, κρινόμαστε για “το πώς λέγεται” το πτυχίο ή για το “τι μπορείς να κάνεις” ως επαγγελματίας;
Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: το σύστημα αναγνώρισης, όπως εφαρμόζεται στην πράξη, δεν οδηγεί σε αξιολόγηση ουσίας, προσόντων ή εμπειρίας, ούτε υποδεικνύονται συγκεκριμένα μαθήματα, συμπληρωματική εκπαίδευση ή πρακτική άσκηση που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναγνώριση.
Έτσι, απορρίπτονται ολόκληρες ευρωπαϊκές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές διαδρομές, τα προσόντα εγκλωβίζονται σε ένα εθνικό νομικό πλαίσιο που προϋπήρχε της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η λογική χάνεται κάπου ανάμεσα σε λέξεις, ώρες και τίτλους — με μοναδικό χαμένο τον ίδιο τον επαγγελματία και, τελικά, τον ασθενή.
Ακριβώς επειδή οι ακαδημαϊκοί και επαγγελματικοί τίτλοι διαφέρουν αναπόφευκτα μεταξύ των κρατών-μελών, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ένα σύστημα αμοιβαίας αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων το οποίο στηρίζεται, μεταξύ άλλων και στην αρχή της αναλογικότητας· ένα σύστημα και μια αρχή που, μέχρι σήμερα, δεν φαίνεται να έχουν εφαρμοστεί στην πράξη στο πλαίσιο της αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων!
Αν μια χώρα της Ε.Ε. πιστοποιεί επαγγελματία και του δίνει δικαίωμα να λειτουργεί σε συγκεκριμένο πλαίσιο, γιατί η Κύπρος δεν έχει μια διαφανή, κατανοητή “γέφυρα” αξιολόγησης ώστε ο πολίτης να ξέρει τι ισχύει;
Όπως αναφέρουν άτομα που ζήτησαν παρέμβαση από την Κυβέρνηση εδώ και πολλά χρόνια, η απάντηση που λαμβάνουν είναι ότι η Κυβέρνηση δεν μπορεί να παρέμβει, επειδή το Συμβούλιο Εγγραφής δεν είναι κρατική υπηρεσία. Αυτό παρότι το Συμβούλιο διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και ως εκ τούτου αν δεν εφαρμόζει το νόμο και το ευρωπαϊκό δίκαιο μπορεί να παυθεί ή να μην επαναδιοριστεί. Η μόνη λύση που προβάλλεται είναι ένα νέο νομοσχέδιο. Όμως, το ίδιο θέμα συζητείται εδώ και χρόνια χωρίς αποτέλεσμα, με μεγάλες καθυστερήσεις να έχουν ήδη συσσωρευτεί και οι ζωές των πολιτών να επηρεάζονται καθημερινά.
Κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμη θα τραβήξει αυτή η ιστορία, ούτε αν ο νέος νόμος — όταν και αν κατατεθεί — θα είναι τελικά σύμφωνος με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Έτσι, το μέλλον ενός ολόκληρου επαγγέλματος μένει ουσιαστικά στα χέρια ενός συμβουλίου με περιορισμένο άμεσο κρατικό έλεγχο, την ώρα που, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, η Κυβέρνηση δηλώνει ότι έχει περιορισμένες δυνατότητες να παρέμβει ώστε να διασφαλιστεί η σωστή εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου;
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό «ζουμί»: δεν μιλάμε για μεμονωμένο λάθος, αλλά για ένα συνολικό σύστημα, του οποίου ο τρόπος εφαρμογής δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς το αν ευθυγραμμίζεται με τις βασικές αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εδώ η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι ξεκάθαρη και δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας (Οδηγία 2005/36/ΕΚ): το δίκαιο της Ε.Ε. αναγνωρίζει ρητά ότι η εκπαίδευση μεταξύ κρατών-μελών δεν μπορεί ούτε απαιτείται να είναι πανομοιότυπη. Το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι η ταύτιση τίτλων ή «κουτιών», αλλά η ουσιαστική ισοδυναμία γνώσεων και δεξιοτήτων. Μικρές ή τυπικές διαφορές δεν δικαιολογούν αντισταθμιστικά μέτρα — πόσο μάλλον πλήρη αποκλεισμό ή έμμεση επανεκπαίδευση. Ακόμη και όταν εντοπίζονται ουσιώδεις διαφορές, το κράτος υποδοχής δύναται να επιβάλει μόνο απολύτως αναγκαία και αναλογικά μέτρα, αφού προηγουμένως αξιολογήσει αν οι γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που αποκτήθηκαν μέσω επαγγελματικής εμπειρίας ή δια βίου μάθησης — ιδίως όταν έχουν επικυρωθεί από αρμόδιο φορέα κράτους-μέλους — καλύπτουν, πλήρως ή εν μέρει, τα εν λόγω κενά. Οτιδήποτε πέραν αυτού προσκρούει ευθέως στην αρχή της αναλογικότητας και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε.
Σε αντίθεση, το κυπριακό πλαίσιο, μέσα από φορείς όπως το ΚΥΣΑΤΣ και το ΔΙΠΑΕ, έχει διαχρονικά δημιουργήσει εμπόδια, αφού στην πράξη δίνεται μεγαλύτερη σημασία στους τίτλους σπουδών και απαιτείται επανεκπαίδευση, π.χ. με ελάχιστη απαίτηση την ολοκλήρωση τουλάχιστον του μισού μεταπτυχιακού στην κλινική διαιτολογία στην Κύπρο, δηλαδή ενός έτους από τα δύο, με ιδιαίτερα υψηλό κόστος, επαναφέροντας έτσι το ζήτημα και πάλι αποκλειστικά στην απόκτηση ακαδημαϊκών τίτλων. Το ΚΥΣΑΤΣ εξετάζει αν ο τίτλος σπουδών αντιστοιχεί στο απαιτούμενο πανεπιστημιακό επίπεδο, ενώ το ευρωπαϊκό δίκαιο, με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας, εξετάζει την ουσία. Η ουσιαστική αυτή αξιολόγηση παραβλέπεται επί χρόνια, παρά το γεγονός ότι η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ε.Ε.
Το αποτέλεσμα; Παρά τα χρόνια σπουδών και τα χρήματα που επένδυσαν στο εξωτερικό πολλά άτομα στον τομέα της διατροφής για να χτίσουν ένα μέλλον, η παρατεταμένη άρνηση αναγνώρισής τους τα οδήγησε είτε να εγκαταλείψουν το επάγγελμα για να παραμείνουν στην Κύπρο, είτε να υποφέρουν οικονομικά για να παραμείνουν στο επάγγελμα, είτε να ξενιτευτούν ξανά — επιστρέφοντας σε μια πατρίδα που τους έκλεισε την πόρτα και τους έφερε αντιμέτωπους με μια πικρή πραγματικότητα, η οποία ανέτρεψε τη ζωή τους σε πολλαπλά επίπεδα.
Αυτό “πονά” την αγορά: ΓΕΣΥ και ΦΠΑ δεν είναι λεπτομέρειες
Όταν μιλάμε για επαγγέλματα που ακουμπούν την υγεία, η ρύθμιση δεν είναι απλώς “τίτλος στον τοίχο”. Είναι και:
- ποιος έχει πρόσβαση σε συγκεκριμένα πλαίσια συνεργασίας,
- ποιος έχει φορολογικό πλεονέκτημα,
- ποιος μπορεί να ανταγωνιστεί ποιον – και με τι κόστος για τον πολίτη.
Σε αναλυτικό υπόμνημα που τέθηκε υπόψη μας, περιγράφεται ότι η μη εγγραφή/μη αναγνώριση δημιουργεί σοβαρή ανισορροπία στην αγορά, καθώς επηρεάζει άμεσα ζητήματα ΦΠΑ και, κατ’ επέκταση, την οικονομική βιωσιμότητα επαγγελματιών που προσφέρουν υπηρεσίες διατροφής τόσο εντός όσο και εκτός κλινικού πλαισίου. Όταν δεν είσαι αναγνωρισμένος, βρίσκεσαι εκτός ΓΕΣΥ και, παράλληλα, υποχρεώνεσαι να επιβαρυνθείς με ΦΠΑ. Το ίδιο ακριβώς καθεστώς ισχύει και στον μη κλινικό τομέα.
Με απλά λόγια: αν δύο άνθρωποι παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, για παράδειγμα στον τομέα της πρόληψης ή της διαχείρισης βάρους, αλλά ο ένας είναι «εντός» και ο άλλος «εκτός», τότε το παιχνίδι δεν είναι απλώς άνισο — είναι προδιαγεγραμμένο. Εκείνος που είναι «εκτός» πλήττεται άμεσα και αποκλειστικά για το ίδιο περιστατικό, αφού υποχρεώνεται να χρεώσει τον πελάτη του με 19% ΦΠΑ, ενώ ο άλλος όχι.
Δεν αρκεί που οι αναγνωρισμένοι απολαμβάνουν την αποκλειστικότητα του ΓΕΣΥ και τη φορολογική απαλλαγή στον κλινικό τομέα· απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια και στον μη κλινικό, αφήνοντας καμία απολύτως χαραμάδα δίκαιου ανταγωνισμού για οποιονδήποτε άλλον. Είσαι αναγνωρισμένος; έχεις όλα τα δικαιώματα, παντού. Δεν είσαι; δεν έχεις κανένα, πουθενά. Και κάπου εδώ, εύλογα αναρωτιέται κανείς: και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο;
Όλα τα πιο πάνω δεν αφορούν μεμονωμένες περιπτώσεις ή «τεχνικές λεπτομέρειες». Αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζεται — και κυρίως εφαρμόζεται — ένα ολόκληρο επάγγελμα. Και ενώ οι ανισότητες στην πράξη είναι ήδη ορατές, την ίδια στιγμή γίνεται λόγος για την προετοιμασία νομοσχεδίου που φέρεται να στοχεύει σε μια νέα, συνολική ρύθμιση του επαγγέλματος της διατροφής στην Κύπρο. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν χρειάζεται ρύθμιση, αλλά αν αυτό το νομοσχέδιο — όπως περιγράφεται μέχρι στιγμής — θα διορθώσει τα προβλήματα που περιγράφηκαν πιο πάνω ή αν κινδυνεύει να τα παγιώσει και να τα επεκτείνει.
Εκεί ακριβώς στρέφεται το ενδιαφέρον στο ΜΕΡΟΣ Β που θα δημοσιεύσουμε την Κυριακή
Σημείωση δεοντολογίας & προστασίας δεδομένων
Το Strategist δεν δημοσιοποιεί στοιχεία που θα μπορούσαν να ταυτοποιήσουν τους ενδιαφερόμενους ή να εκθέσουν προσωπικά δεδομένα. Η παρουσίαση βασίζεται σε έγγραφα που τέθηκαν υπόψη μας και αποτυπώνει ισχυρισμούς/προβληματισμούς ως έχουν. Το Strategist είναι ανοικτό να ενσωματώσει επίσημες θέσεις/απαντήσεις από τους αρμόδιους φορείς, ώστε το θέμα να φωτιστεί πλήρως και με ισορροπία.