Οι αντιπροσωπείες των ΗΠΑ και του Ιράν δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε συμφωνία για να τερματιστεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή στις μαραθώνιες συνομιλίες τους στο Ισλαμαμπάντ, ανακοίνωσε σήμερα ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος, Τζέι Ντι Βανς, που αναχώρησε αεροπορικώς για την Ουάσινγκτον αφού υπέβαλε, όπως το έθεσε, «την τελική και καλύτερη προσφορά» που μπορούσε να κάνει στους απεσταλμένους της Τεχεράνης.
«Θα επιστρέψουμε στις ΗΠΑ χωρίς να έχουμε κλείσει συμφωνία», είπε ο κ. Βανς κατά τη διάρκεια σύντομης συνέντευξης Τύπου στο Ισλαμαμπάντ, όπου Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματεύτηκαν από χθες Σάββατο ως τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής, για 21 ώρες, όπως διευκρίνισε.
«Νομίζω πως είναι κακό νέο για το Ιράν περισσότερο απ’ ό,τι για τις ΗΠΑ» το ότι οι διαπραγματεύσεις τερματίστηκαν χωρίς συμφωνία, πρόσθεσε.
Στηλίτευσε ειδικά το ότι δεν έλαβε «ρητή δέσμευση» της Τεχεράνης πως θα εγκαταλειφθεί το πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας του Ιράν, όπως απαιτεί ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, που εξαπέλυσε μαζί με τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, την 28η Φεβρουαρίου τον πόλεμο που έχει στοιχίσει χιλιάδες ζωές κι έβαλε φωτιά στην παγκόσμια οικονομία.
«Φεύγουμε αφού υποβάλαμε πολύ απλή πρόταση, προσέγγιση που αποτελεί την τελική μας πρόσφορά και την καλύτερη που μπορούσαμε να κάνουμε. Θα δούμε αν οι Ιρανοί θα επιλέξουν να αποδεχτούν τους όρους μας ή όχι», συμπλήρωσε ο κ. Βανς τονίζοντας πως «κάναμε πολύ σαφές ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές μας».
Η Τεχεράνη από την πλευρά της επιβεβαίωσε τον τερματισμό των διαπραγματεύσεων, αποδίδοντας την αποτυχία τους σε «παράλογες απαιτήσεις» των ΗΠΑ, σύμφωνα με ρεπορτάζ που μετέδωσε η ιρανική κρατική τηλεόραση IRIB.
Οι συνομιλίες των δυο χωρών, με μεσολάβηση του Πακιστάν, έγιναν σε επίπεδο άνευ προηγουμένου από την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, το 1979.
Μετά την ανακοίνωση της κατάπαυσης του πυρός για δυο εβδομάδες την Τετάρτη, σκοπό είχαν να εξευρεθεί συμφωνία για διαρκή ανακωχή.
Από αμερικανικής πλευράς, ο Αντιπρόεδρος Βανς συνοδευόταν από τον Στιβ Γουίτκοφ, ειδικό απεσταλμένο του Λευκού Οίκου, και τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό και συνεργάτη του Προέδρου Τραμπ. Το Ιράν αντιπροσώπευσαν ιδίως ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, πολιτικός με επιρροή, κι ο Υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί. Η αποστολή είχε κάπου 70 μέλη.
Προτού ανακοινωθεί η αποτυχία και ο τερματισμός των διαπραγματεύσεων, ο εκπρόσωπος της ιρανικής διπλωματίας, Εσμαΐλ Μπαγαεΐ, τόνισε ότι οι συνομιλίες αφορούσαν «διάφορες συνιστώσες των βασικών ζητημάτων υπό διαπραγμάτευση, συμπεριλαμβανομένων του στενού του Ορμούζ, του πυρηνικού προγράμματος, της άρσης των κυρώσεων και του οριστικού τέλους του πολέμου εναντίον του Ιράν και στην περιοχή».
Ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος Βανς άφησε να εννοηθεί πως η Ουάσινγκτον θα δώσει κάποιο χρόνο στο Ιράν για να εξετάσει την «προσφορά» των ΗΠΑ.
Καμιά «επίσημη δέσμευση» του Ιράν
«Το γεγονός είναι απλώς ότι χρειαζόμαστε επίσημη δέσμευση από την πλευρά τους ότι δεν θα επιδιώξουν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα και δεν θα επιδιώξουν να προμηθευτούν τα μέσα που θα τους επέτρεπαν να κατασκευάσουν (πυρηνικά όπλα) γρήγορα», επέμεινε ο Τζέι Ντι Βανς.
«Το ερώτημα είναι απλό: θα δούμε επίσημη δέσμευση από πλευράς των Ιρανών ότι δεν θα αναπτύξουν πυρηνικά όπλα — όχι μόνο σήμερα, όχι μόνο τα επόμενα χρόνια, αλλά μακροπρόθεσμα; Δεν την έχουμε δει ακόμη. Ελπίζουμε να τη δούμε», επέμεινε ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ.
Ο κ. Βανς έθεσε το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν στο επίκεντρο εξηγώντας γιατί απέτυχαν οι συνομιλίες, χωρίς να αναφερθεί στο ζήτημα του στενού του Ορμούζ στη συνέντευξη Τύπου.
Η θαλάσσια αρτηρία αυτή του Κόλπου, στρατηγικής σημασίας για τον παγκόσμιο εφοδιασμό με υδρογονάνθρακες, είναι de facto κλειστή αφότου άρχισε ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος εναντίον του Ιράν, με σοβαρές αλυσιδωτές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.