Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου*
Η πρόσφατη ανάλυση των τιμών καυσίμων στην Ευρώπη αναδεικνύει μια πραγματικότητα που ξεπερνά την απλή σύγκριση των τιμών ανά λίτρο: το πραγματικό βάρος για τον πολίτη καθορίζεται από τη σχέση κόστους καυσίμων και εισοδήματος. Και σε αυτό το επίπεδο, η εικόνα γίνεται πολύ πιο αποκαλυπτική — ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο άρθρο (Eurostat), η Ελλάδα μπορεί να κατατάσσεται 8η ακριβότερη στην Ευρώπη ως προς την τιμή της βενζίνης (περίπου 1,85 €/λίτρο), ωστόσο η κατάταξη αυτή δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την οικονομική πίεση που δέχονται οι πολίτες. Η ουσία αποτυπώνεται στον παρακάτω πίνακα, ο οποίος εξετάζει το κόστος 100 λίτρων καυσίμου ως ποσοστό του ενδιάμεσου μηνιαίου μισθού.
Εδώ, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ποσοστό 19,5%. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το ένα πέμπτο ενός μέσου μηνιαίου εισοδήματος απαιτείται για την αγορά μόλις 100 λίτρων καυσίμου. Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό, καθώς αποκαλύπτει μια βαθιά ανισορροπία μεταξύ τιμών και αγοραστικής δύναμης.
Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ενισχύει το συμπέρασμα. Για παράδειγμα, χώρες με σαφώς υψηλότερες τιμές καυσίμων, όπως η Δανία ή η Ολλανδία, εμφανίζουν πολύ χαμηλότερο ποσοστό επιβάρυνσης (περίπου 6%). Ο λόγος είναι προφανής: οι υψηλότεροι μισθοί εξισορροπούν το κόστος. Αντίθετα, στην Ελλάδα, το σχετικά χαμηλό εισόδημα σε συνδυασμό με υψηλή φορολογία στα καύσιμα δημιουργεί μια ιδιαίτερα πιεστική κατάσταση για τα νοικοκυριά.
Από την άλλη πλευρά, η Κύπρος παρουσιάζει μια αισθητά καλύτερη εικόνα. Με ποσοστό 8,35%, κατατάσσεται στη μέση της ευρωπαϊκής λίστας, πολύ κοντά σε χώρες όπως η Ισπανία (8,42%). Παρότι και στην Κύπρο οι τιμές καυσίμων είναι σχετικά υψηλές, το επίπεδο των μισθών φαίνεται να επιτρέπει μια πιο ισορροπημένη σχέση μεταξύ εισοδήματος και ενεργειακού κόστους.
Η διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου είναι ιδιαίτερα ενδεικτική. Δύο χώρες με γεωγραφική εγγύτητα και παρόμοια χαρακτηριστικά στην αγορά ενέργειας εμφανίζουν εντελώς διαφορετική εικόνα ως προς την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών. Αυτό υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τιμές, αλλά κυρίως η αγοραστική δύναμη.
Επιπλέον, ο πίνακας αποκαλύπτει μια ευρύτερη τάση: οι χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης τείνουν να επιβαρύνονται περισσότερο. Ρουμανία, Πορτογαλία και Βουλγαρία ακολουθούν την Ελλάδα με ποσοστά άνω του 15%, ενώ χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης βρίσκονται σημαντικά χαμηλότερα. Αυτό αντικατοπτρίζει τις διαρθρωτικές ανισότητες εντός της ΕΕ, όπου το ενεργειακό κόστος δεν κατανέμεται δίκαια σε σχέση με τα εισοδήματα.
Η σημασία αυτού του δείκτη είναι κρίσιμη, καθώς τα καύσιμα δεν αποτελούν πολυτέλεια αλλά βασική ανάγκη. Επηρεάζουν άμεσα το κόστος μετακίνησης, αλλά και έμμεσα το κόστος ζωής συνολικά, μέσω των μεταφορών προϊόντων και υπηρεσιών. Όταν ένα τόσο μεγάλο ποσοστό εισοδήματος κατευθύνεται στα καύσιμα, περιορίζεται η κατανάλωση σε άλλους τομείς, επιβραδύνοντας την οικονομική δραστηριότητα.
Για την Ελλάδα ειδικότερα, η πρωτιά αυτή αποτελεί σαφές καμπανάκι. Δείχνει την ανάγκη για πολιτικές που θα μειώσουν την επιβάρυνση, είτε μέσω φορολογικών παρεμβάσεων είτε μέσω ενίσχυσης των εισοδημάτων. Παράλληλα, ενισχύει τη συζήτηση για τη μετάβαση σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας και μετακίνησης, όπως η ηλεκτροκίνηση, αν και αυτές απαιτούν σημαντικές επενδύσεις.
Στην Κύπρο, αν και η κατάσταση είναι πιο ισορροπημένη, δεν παύει να υπάρχει η πρόκληση. Το ποσοστό 8,35% παραμένει σημαντικό και δείχνει ότι το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επηρεάζει ουσιαστικά τα νοικοκυριά. Ωστόσο, η χώρα φαίνεται να βρίσκεται σε καλύτερη θέση να διαχειριστεί τις πιέσεις σε σχέση με την Ελλάδα.
Συνολικά, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η αξιολόγηση των τιμών καυσίμων δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένα από το εισόδημα. Η πραγματική επιβάρυνση για τον πολίτη είναι αυτή που μετρά — και σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα βρίσκεται στην πιο δύσκολη θέση εντός της ΕΕ, ενώ η Κύπρος σε μια σαφώς πιο διαχειρίσιμη κατάσταση.
* Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος