Την μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της Κύπρου στο «Α-» και την βραχυπρόθεσμη στο «Α-2», επιβεβαίωσε το βράδυ της Παρασκευής ο οίκος αξιολόγησης S&P Global Ratings, διατηρώντας «θετικές προοπτικές» για την κυπριακή οικονομία.
Οι θετικές προοπτικές αντικατοπτρίζουν την άποψή του αμερικανικού οίκου ότι η εξωτερική απόδοση της Κύπρου θα μπορούσε να ξεπεράσει την πρόβλεψή του για την πορεία της κυπριακής οικονομίας τα επόμενα δύο χρόνια, «λόγω του ταχύτερου ρυθμού μείωσης της εξωτερικής μόχλευσης της – ακόμη και έναντι των αβεβαιοτήτων που δημιουργεί η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή».
«Παρά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, εξακολουθούμε να αναμένουμε ότι η οικονομία της Κύπρου θα διατηρήσει ισχυρή ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια», υπογραμμίζει ο αμερικανικός οίκος, ο οποίος αναμένει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά μέσο όρο 2,8% μεταξύ 2026 και 2029, υποστηριζόμενη από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση.
Σύμφωνα με τον S&P, η οικονομία της Κύπρου θα αναπτυχθεί το 2026 κατά περίπου 2,8%, παρά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς η εγχώρια ζήτηση, όπως αναφέρει, θα γίνει ένας πιο σημαντικός μοχλός ανάπτυξης, με την ιδιωτική κατανάλωση να επωφελείται από τους υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και τις ιδιωτικές επενδύσεις, συμπληρωμένες από δημόσιες επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από κεφάλαια New Generation – EU.
Επίσης, αναμένει ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα θα ανέλθει κατά μέσο όρο άνω του 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2029, εξέλιξη που θα μειώσει το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης σε ελαφρώς πάνω από 30% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο, όπως σημειώνει.
Αναφέροντας ότι ο πληθωρισμός παρέμεινε χαμηλός στις αρχές του 2026, φτάνοντας στο 0,9% τον Φεβρουάριο, ο S&P αναμένει ότι μια απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας θα ωθήσει τον πληθωρισμό πάνω από το 2% για φέτος.
Συγκεκριμένα, ο αμερικανικός οίκος αναμένει σε σχέση με το καθαρό δημόσιο χρέος, ότι αυτό «θα συνεχίσει να μειώνεται απότομα τα επόμενα χρόνια», υποχωρώντας στο 32% του ΑΕΠ έως το 2029, από 96% το 2020, «λόγω των συνεχιζόμενων υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων από τα απροσδόκητα έσοδα μιας ακμάζουσας οικονομίας και μιας ισχυρής αγοράς εργασίας».
Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι το εξωτερικό χρέος της Κύπρου συνεχίζει να μειώνεται λόγω των ισχυρών εξαγωγών υπηρεσιών και των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) που υπερβαίνουν τις εκροές πρωτογενούς εισοδήματος.
«Εάν δεν υπάρξει σημαντική κλιμάκωση, η Κύπρος θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι οποίες θα είναι ορατές κυρίως με τη μορφή μιας προσωρινής επιβράδυνσης της ανάπτυξης, μεταξύ άλλων από τη χαμηλότερη εισροή τουρισμού, τον υψηλότερο πληθωρισμό και ένα βαθύτερο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών φέτος λόγω των πιο δαπανηρών εισαγωγών ενέργειας», υπογραμμίζει.
Αναφέρει, ωστόσο, ότι οι τιμές της ενέργειας αποτελούν το κύριο σημείο πίεσης για την οικονομία της Κύπρου στην τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση, καθώς η χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και σημειώνει πως το κόστος ενέργειας της Κύπρου είναι ήδη από τα υψηλότερα στην ΕΕ.
Αναφερόμενος στο αισιόδοξο σενάριο, ο S&P επισημαίνει ότι θα μπορούσε να αναβαθμίσει τις αξιολογήσεις της Κύπρου εάν η θέση του εξωτερικού χρέους της συνεχίσει να ενισχύεται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι αναμένει σήμερα ο οίκος, κάτι που θα αντικατοπτριστεί σε μια διαρκή περαιτέρω μείωση της καθαρής εξωτερικής μόχλευσης, λόγω της συνεχιζόμενης ισχυρής ανάπτυξης και των δημοσιονομικών εσόδων, σε ένα πλαίσιο χαλάρωσης των εντάσεων στη Μέση Ανατολή.
«Παρόλο που η Κύπρος καταγράφει ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, αυτά τείνουν να χρηματοδοτούνται από καθαρές εισροές Ξένων Άμεσων Επενδύσεων, υποστηρίζοντας τη συνεχιζόμενη μείωση του εξωτερικού χρέους τα τελευταία χρόνια», σημειώνει.
Ωστόσο, ο S&P αναφέρει ότι θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις αξιολογήσεις «εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή οδηγήσει σε ένα σημαντικό σοκ για τη μικρή οικονομία της Κύπρου, επιδεινώνοντας την ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά και τον τραπεζικό τομέα της».
Επιπλέον, ο διεθνής οίκος αναφέρει ότι η κυπριακή Κυβέρνηση «παραμένει προσηλωμένη στη συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών», έχοντας έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς μείωσης του καθαρού χρέους της γενικής Κυβέρνησης στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
«Μια υγιής αγορά εργασίας – που χαρακτηρίζεται από υψηλή απασχόληση και αύξηση των πραγματικών μισθών – αναμένεται να στηρίξει την ιδιωτική κατανάλωση», αναφέρει και προσθέτει ότι «αυτό παρέχει ένα προστατευτικό πλαίσιο έναντι πιθανών αρνητικών δευτερογενών επιπτώσεων από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους σημαντικούς τομείς του τουρισμού και της ναυτιλίας της Κύπρου, καθώς και τις τιμές του πετρελαίου», αν και προς το παρόν ο οίκος θεωρεί αυτές τις επιπτώσεις σχετικά βραχυπρόθεσμες.
Αναφέροντας ότι η κυπριακή οικονομία έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί ανθεκτική στις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, ο S&P σημειώνει ότι ένας σημαντικός αριθμός εταιρειών, ιδίως στον τομέα της πληροφορικής, έχει μετεγκατασταθεί στην Κύπρο από αυτές τις περιοχές.
Ενώ αυτές οι μετεγκαταστάσεις και ο ισχυρός τουριστικός τομέας συνέβαλαν στην άνθηση της οικονομίας της Κύπρου τα τελευταία χρόνια, ο οίκος αναμένει ότι «αυτή η δυναμική θα μετριαστεί, καθώς ο τουρισμός λειτουργεί σχεδόν πλησίον της μέγιστης δυναμικότητάς του και οι περαιτέρω μεγάλης κλίμακας μετεγκαταστάσεις εταιρειών πληροφορικής είναι απίθανες».
Ο διεθνής οίκος αξιολογεί, επίσης, την άμεση έκθεση της Κύπρου στη μεταβαλλόμενη εμπορική πολιτική και τους δασμούς των ΗΠΑ ως περιορισμένη, δεδομένου του μικρού μεριδίου της, ύψους 3%, στις εξαγωγές αγαθών προς τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, σημειώνει ότι οι έμμεσες επιπτώσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν κίνδυνο εάν η ανάπτυξη επιβραδυνθεί από βασικούς ευρωπαίους εμπορικούς εταίρους.
Επιπλέον, ο οίκος πιστεύει ότι οι επιπλέον διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις – όπως η προώθηση της ενεργειακής απόδοσης, οι βελτιώσεις στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης ή η υποστήριξη της ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης – είναι κρίσιμες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και του μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού δυναμικού.
Ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας
Αναφορικά με την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Κύπρου, ο S&P αναφέρει πως παραμένει προτεραιότητα για την Κυβέρνηση, ιδίως δεδομένου του τρέχοντος γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
«Η ολοκλήρωση ενός τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ο οποίος βρίσκεται υπό κατασκευή και έχει καθυστερήσει πολύ, θα μπορούσε να βοηθήσει στον μετριασμό των μεσοπρόθεσμων ενεργειακών κινδύνων, ενώ η εξόρυξη φυσικού αερίου σε γειτονικά ύδατα παραμένει μια μακροπρόθεσμη φιλοδοξία», προσθέτει.
Σημειώνει πως το ενεργειακό κόστος της Κύπρου είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ, ενώ το μερίδιό της στην παραγωγή Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα είναι από τα χαμηλότερα.
Αναφέρει ότι η πρόοδος στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου, Ελλάδας, Ισραήλ έχει επί του παρόντος σταματήσει, λόγω διαφωνίας με την Τουρκία, παρά την εξασφάλιση χρηματοδότησης από την ΕΕ για το μεγαλύτερο μέρος του έργου.
Επιπλέον, ο αμερικανικός οίκος αναφέρει ότι η εξερεύνηση και η ανάπτυξη βρίσκονται σε εξέλιξη σε πολλά κοιτάσματα φυσικού αερίου εντός της αποκλειστικής οικονομικής περιοχής της Κύπρου, με την πιθανή παραγωγή να αναμένεται να ξεκινήσει το 2028 και σημειώνει πως λόγω της αβεβαιότητας που περιβάλλει το μέγεθος και το χρονοδιάγραμμα των εξαγωγών φυσικού αερίου, δεν τις ενσωματώσει ακόμη στις βασικές του προβλέψεις.
Τραπεζικός τομέας
Ο S&P αναφέρει ότι οι κυπριακές τράπεζες έχουν απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος των πιστωτικών ζημιών που σχετίζονται με την εκκαθάριση των ισολογισμών τους και ανακοινώνουν ρεκόρ κερδοφορίες και υψηλά αποθέματα κεφαλαίου και ρευστότητας. «Έπειτα από χρόνια σημαντικών πωλήσεων, διαγραφών και ανακτήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων, η ποιότητα του ενεργητικού του τραπεζικού τομέα έχει ενισχυθεί σημαντικά», με τον μέσο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων να μειώνεται στο 3,2% τον Δεκέμβριο του 2025, υπογραμμίζει.
Ωστόσο, αναφέρει ότι χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, ο δείκτης θα ήταν περίπου 1,6% – κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σύμφωνα με τον οίκο, παρά τη μείωση των ΜΕΔ του τραπεζικού τομέα, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων περιουσιακών στοιχείων εντός του συστήματος που κατέχουν εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων «παραμένει υψηλό».
Αυτά είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που εκχώρησαν οι τράπεζες κατά τη διάρκεια των μεγάλων προηγούμενων εκκαθαρίσεων του τομέα.
Αναφέρει ότι πέραν του 40% του συνόλου του ιδιωτικού χρέους εξακολουθεί να είναι μη εξυπηρετούμενο και κατέχεται κυρίως από εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, αν και τα αποθέματα συνεχίζουν να μειώνονται.
Κυπριακό
Αναφορικά με το Κυπριακό, ο οίκος πιστεύει ότι η ανάδειξη του νέου Τ/κ ηγέτη, Τουφάν Έρχιουρμαν, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω προσέγγιση μεταξύ των δύο πλευρών του νησιού.
Ωστόσο, αναφέρει ότι βασικά σημεία τριβής παραμένουν δύσκολο να επιλυθούν, συμπεριλαμβανομένων της κατανομής εξουσιών στην προτεινόμενη ευρύτερη ομοσπονδία, της ασφάλειας και της στρατιωτικής παρουσίας τρίτων μερών, καθώς και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.
Προσθέτει ότι ο διορισμός προσωπικής απεσταλμένης από τον ΟΗΕ το 2024 επίσης δεν κατάφερε να επιτύχει ουσιαστική πρόοδο προς μια επίτευξη λύσης του Κυπριακού, η οποία είναι «πιθανό να χρειαστεί χρόνια».