Στις 26 Ιανουαρίου 2026, ο χρυσός κατέγραψε ένα ιστορικό ορόσημο, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα 5.000 δολάρια ανά ουγγιά, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.
Την ίδια περίοδο, ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρούσε σε επιθετικές δηλώσεις για τη Γροιλανδία, απειλούσε με νέους δασμούς, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη στρατιωτικές κινήσεις στη Βενεζουέλα και το Ιράν, αλλά και έρευνα σε βάρος του επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ.
Σε τέτοιες συνθήκες, η άνοδος του χρυσού – ως παραδοσιακού «ασφαλούς καταφυγίου» – θεωρήθηκε αναμενόμενη, όπως και η ενίσχυση νομισμάτων όπως το ελβετικό φράγκο, το ιαπωνικό γεν και το δολάριο.
Ψυχραιμία μετά την αρχική αναταραχή
Μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, η τιμή του χρυσού ενισχύθηκε προσωρινά, φτάνοντας έως τα 5.423 δολάρια ανά ουγγιά, επιβεβαιώνοντας την τάση των επενδυτών να στρέφονται σε ασφαλείς επιλογές σε περιόδους κρίσης.
Ωστόσο, η ανοδική πορεία δεν είχε διάρκεια. Λίγες ημέρες αργότερα, ισχυρές ρευστοποιήσεις οδήγησαν σε πτώση άνω του 6%, με την τιμή να υποχωρεί κοντά στα 5.085 δολάρια.
Έκτοτε, το πολύτιμο μέταλλο κινείται γύρω από το ψυχολογικό όριο των 5.000 δολαρίων, χωρίς να εμφανίζει έντονη δυναμική.
Παρά τη σχετική σταθεροποίηση, η μακροπρόθεσμη εικόνα παραμένει εντυπωσιακή, καθώς από το 2000 έως το 2025 ο χρυσός έχει αποδώσει πάνω από 1.000% στους επενδυτές που διατήρησαν τις θέσεις τους.
Οι περισσότεροι αναλυτές εξακολουθούν να εμφανίζονται αισιόδοξοι, εκτιμώντας ότι οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη και προς τα 6.000 δολάρια, όσο η διεθνής αβεβαιότητα παραμένει υψηλή.
Το αίνιγμα του ελβετικού φράγκου
Παρά τις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, το ελβετικό φράγκο δεν παρουσιάζει την αναμενόμενη ισχυρή άνοδο στις αγορές συναλλάγματος.
Οι ειδικοί αποδίδουν αυτή τη συμπεριφορά κυρίως στη νομισματική πολιτική της Ελβετικής Εθνικής Τράπεζας (SNB), η οποία διατηρεί πιο ήπια στάση σε σύγκριση με άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες.
Παράλληλα, οι σχετικά χαμηλές πληθωριστικές πιέσεις στην Ελβετία και η προτίμηση των επενδυτών σε περιουσιακά στοιχεία με αποδόσεις, αντί για καθαρά αμυντικές επιλογές, περιορίζουν την ελκυστικότητα του νομίσματος.
Γιατί ξεχωρίζει το δολάριο
Σε αντίθεση με άλλα «ασφαλή» νομίσματα, το δολάριο των Ηνωμένων Πολιτειών εμφανίζει αξιοσημείωτη ενίσχυση.
Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου έχει παίξει καθοριστικό ρόλο, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν σημαντικό εξαγωγέα και το πετρέλαιο τιμολογείται διεθνώς σε δολάρια, αυξάνοντας τη ζήτηση για το αμερικανικό νόμισμα.
Το δολάριο κινείται κοντά σε υψηλά δεκαμήνου και έχει ενισχυθεί έναντι βασικών νομισμάτων, όπως η στερλίνα, το ευρώ και το γεν, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως βασικού «καταφυγίου» σε περιόδους έντασης.
Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η δυναμική αυτή ενδέχεται να μην έχει μεγάλη διάρκεια, καθώς τα διαρθρωτικά προβλήματα που επηρέαζαν την πορεία του δολαρίου πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να υφίστανται.