Σοβαρές ενδείξεις παρατυπιών σε υπόθεση πώλησης και μεταγενέστερης επαναγοράς υπό κατασκευή ακινήτου, που αφορά γνωστό επιχειρηματία, καταγράφονται σε Ειδική Έκθεση της Ελεγκτική Υπηρεσία.
Η Έκθεση, με αριθμό ΕΕ-ΕΥ 04/2026, αφορά έλεγχο που διενεργήθηκε στο Τμήμα Φορολογίας, κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας, και εξετάζει συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 2015–2017 γύρω από ακίνητο μεγάλης αξίας.
Απότομη πτώση τιμής και λογιστική ζημιά
Σύμφωνα με τα ευρήματα του προκαταρκτικού ελέγχου, η αρχική συμφωνία πώλησης του ακινήτου το 2015 αποτιμούσε την αξία του περίπου στα €19,35 εκατομμύρια. Ωστόσο, έξι μήνες αργότερα, το 2016, οι συμφωνίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέες, οδηγώντας σε μείωση της τιμής πώλησης κατά €8,5 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου 44%.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει ότι η μείωση αυτή δεν συνοδευόταν από επαρκή και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, δημιουργώντας την εικόνα ότι το ποσό αυτό ουσιαστικά «χαρίστηκε» από τους πωλητές. Ως αποτέλεσμα της αναθεώρησης των συμφωνιών, αντί να προκύψει κέρδος, καταγράφηκε λογιστική ζημιά ύψους €7,7 εκατομμυρίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η ζημιά αυτή αξιοποιήθηκε λογιστικά για την εξάλειψη φορολογητέων κερδών του έτους 2016, με προφανείς επιπτώσεις στη φορολογική βάση.
Σοβαρές προειδοποιητικές ενδείξεις
Η Έκθεση κάνει λόγο για σειρά «red flags», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
- απότομη και αδικαιολόγητη μείωση της τιμής πώλησης,
- ενδεχόμενη τεχνητή διόγκωση του κόστους κατασκευής,
- ασυνήθιστες συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων,
- αποκλίσεις από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα,
- καθυστερήσεις ή ελλείψεις στην έγκαιρη επιβολή φορολογιών.
Παρά το γεγονός ότι το Τμήμα Φορολογίας είχε γνώση της υπόθεσης σε κρίσιμα χρονικά σημεία, η Ελεγκτική Υπηρεσία διαπιστώνει ότι δεν διενεργήθηκαν επαρκείς και έγκαιροι έλεγχοι, με πιθανή αρνητική επίπτωση στα δημόσια έσοδα.
Επιπτώσεις για την αγορά ακινήτων
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τον τομέα του real estate, καθώς αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο πολύπλοκες συναλλαγές υψηλής αξίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για φορολογικό σχεδιασμό ή και αποφυγή, ελλείψει αυστηρής εποπτείας.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία υπογραμμίζει την ανάγκη για στοχευμένους φορολογικούς ελέγχους και για ενίσχυση των μηχανισμών έγκαιρου εντοπισμού υποθέσεων υψηλού κινδύνου, ειδικά σε μεγάλες αναπτύξεις και συναλλαγές που επηρεάζουν τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και τη διαφάνεια της αγοράς ακινήτων.
Η πλήρης Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας είναι διαθέσιμη προς μελέτη και αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη συζήτηση γύρω από τη φορολόγηση και τη λογιστική απεικόνιση μεγάλων real estate συναλλαγών στην Κύπρο.