Η αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού στην Κύπρο δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια στενά τεχνική ή αποσπασματική προσέγγιση. Πρόκειται για ένα ζήτημα που αγγίζει άμεσα τη δημόσια πολιτική, την κτηνοτροφική παραγωγή, την οικονομική σταθερότητα της υπαίθρου και, τελικά, την αξιοπιστία της χώρας σε έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς της τομείς. Υπό αυτή την έννοια, η διαχείριση της νόσου δεν αφορά μόνο τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες. Αφορά συνολικά την πολιτεία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή αντιλαμβάνεται την προστασία του πρωτογενούς τομέα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να εξετάσει με ιδιαίτερη σοβαρότητα και τη διάσταση που αφορά την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η επιδημιολογική πραγματικότητα δεν καθορίζεται από πολιτικές διαχωριστικές γραμμές. Όταν σε ένα νησί εφαρμόζονται διαφορετικές ή άνισες στρατηγικές πρόληψης, επιτήρησης και ελέγχου, τότε ο συνολικός κίνδυνος δεν περιορίζεται γεωγραφικά. Αντιθέτως, πολλαπλασιάζεται.
Για τον λόγο αυτό, απαιτείται μια πιο σαφής και πιο συνεκτική κυβερνητική προσέγγιση. Η Λευκωσία δεν αρκεί να επαναλαμβάνει γενικές αναφορές στην ανάγκη συνεργασίας. Χρειάζεται να επιδιώξει, με θεσμικό τρόπο και με σαφή στρατηγική στόχευση, τη διαμόρφωση κοινών, αυστηρών και επαληθεύσιμων κανόνων διαχείρισης του αφθώδους πυρετού σε ολόκληρη την Κύπρο.
Σε αυτή την προσπάθεια, το χαλλούμι μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως βασικός μοχλός πολιτικής. Όχι ως εργαλείο αντιπαράθεσης, ούτε ως επικοινωνιακό επιχείρημα, αλλά ως πεδίο κοινής ευθύνης και κοινής υποχρέωσης. Το χαλλούμι αποτελεί το πιο εμβληματικό κυπριακό αγροδιατροφικό προϊόν, με ιδιαίτερη βαρύτητα για την οικονομία, τις εξαγωγές και τη διεθνή εικόνα της χώρας. Η προστασία του δεν εξαντλείται στην εμπορική του προώθηση ή στη νομική του κατοχύρωση. Προϋποθέτει και την ύπαρξη μιας σταθερής, αξιόπιστης και υγειονομικά ασφαλούς παραγωγικής βάσης.
Είναι, συνεπώς, εύλογο η κυβέρνηση να συνδέσει πιο καθαρά το μέλλον του χαλλουμιού με την ανάγκη ουσιαστικής συμμόρφωσης σε κοινές προδιαγραφές υγείας των ζώων. Η λογική είναι απλή: δεν μπορεί να υπάρχει μακροπρόθεσμη αξιοπιστία για ένα προϊόν με ευρωπαϊκή κατοχύρωση, όταν παραμένουν ασυμμετρίες στα μέτρα που αφορούν την προστασία της ίδιας της πρώτης ύλης του. Η πρόσβαση στα οφέλη της πιστοποίησης, της εξαγωγικής σταθερότητας και της εμπορικής αξιοπιστίας δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η διατήρηση υψηλών προτύπων βιοασφάλειας.
Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι έλεγχοι ΠΟΠ στην τουρκοκυπριακή κοινότητα έχουν ήδη στηριχθεί σε εξωτερικό, διαπιστευμένο φορέα, η συζήτηση αυτή μπορεί να αποκτήσει ακόμη πιο συγκεκριμένο και θεσμικό περιεχόμενο. Η επιδίωξη της τουρκοκυπριακής πλευράς να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες που προσφέρει το χαλλούμι ΠΟΠ συνιστά, ταυτόχρονα, και μια ευκαιρία για τη δική μας πλευρά να θέσει επί τάπητος, με σοβαρότητα και χωρίς περιττή πολιτική όξυνση, την ανάγκη υιοθέτησης από πλευράς Τουρκοκυπρίων των σχετικών Πρωτοκόλλων, Οδηγιών και ευρύτερων προτύπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υγεία των ζώων, τη βιοασφάλεια και την ιχνηλασιμότητα, με ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού. Με αυτόν τον τρόπο, η απαίτηση για συμμόρφωση δεν παρουσιάζεται ως μονομερής πολιτική πίεση, αλλά ως εύλογη προϋπόθεση συμμετοχής σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο πιστοποίησης και αξιοπιστίας, το οποίο οφείλει να στηρίζεται σε κοινά τεχνικά κριτήρια και ανεξάρτητους ελέγχους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να υιοθετήσει μια λογική δημόσιων πιέσεων ή πολιτικής όξυνσης. Αντιθέτως, το ζητούμενο είναι μια προσέγγιση με θεσμικό βάθος και διπλωματική ωριμότητα. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιμείνει σε συγκεκριμένες και μετρήσιμες παραμέτρους: κοινά πρωτόκολλα επιτήρησης, αξιόπιστη ανταλλαγή επιδημιολογικών δεδομένων, αυστηρό έλεγχο μετακινήσεων ζώων, τεχνική συνεργασία με ευρωπαϊκή συνδρομή και μηχανισμούς ανεξάρτητης επαλήθευσης. Μια τέτοια στρατηγική δεν θα εξέπεμπε μήνυμα αντιπαράθεσης, αλλά μήνυμα ευθύνης.
Εξίσου σημαντικό είναι να αποφευχθεί η απλοποίηση του ζητήματος σε όρους άμεσης εμπορικής απειλής. Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι μόνο αν επηρεαστούν πρόσκαιρα οι εξαγωγές. Το μεγαλύτερο διακύβευμα είναι αν η ανεπαρκής διαχείριση της νόσου θα υπονομεύσει σταδιακά την ίδια την παραγωγική δυνατότητα του τόπου. Εάν πληγεί το ζωικό κεφάλαιο, εάν περιοριστεί η διαθεσιμότητα γάλακτος, εάν ενταθεί η αβεβαιότητα στην αλυσίδα παραγωγής, τότε το πλήγμα στο χαλλούμι θα είναι βαθύτερο και πιο διαρκές.
Η σημερινή συγκυρία απαιτεί από την κυβέρνηση να κινηθεί με πρόβλεψη και στρατηγική συνέπεια. Το χαλλούμι δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως εξαγωγικό πλεονέκτημα. Είναι και πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ικανότητα της Κύπρου να συνδέει την οικονομική πολιτική με τη θεσμική υπευθυνότητα. Αν πράγματι θεωρούμε ότι το προϊόν αυτό εκφράζει μια εθνική παραγωγική προτεραιότητα, τότε οφείλουμε να προστατεύσουμε με την ίδια σοβαρότητα και τις συνθήκες που καθιστούν δυνατή την ύπαρξή του.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει, επομένως, λόγο και υποχρέωση να αναδείξει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού είναι αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης στρατηγικής για το μέλλον του χαλλουμιού. Όχι ως πρόσχημα, αλλά ως πολιτική αναγκαιότητα. Όχι ως μέσο πίεσης για εντυπώσεις, αλλά ως σταθερό πλαίσιο υπευθυνότητας που υπηρετεί το κοινό συμφέρον του τόπου.