Φιστίκι σε κρίση: Τι σημαίνει για τιμές και βιομηχανία τροφίμων
Η σύγκρουση στο Ιράν αρχίζει να μεταφράζεται σε πραγματικό οικονομικό κόστος για τις παγκόσμιες αγορές τροφίμων, με τις τιμές του φιστικιού να καταγράφουν υψηλά πολλών ετών, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση ήδη κινείται ανοδικά.
Το Ιράν αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς φιστικιού παγκοσμίως, καλύπτοντας περίπου το 20% της παραγωγής και έως και το 30% των εξαγωγών σε ορισμένες χρονιές. Ωστόσο, ο πόλεμος και οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν διαταράξει κρίσιμες εμπορικές διαδρομές, καθιστώντας τη μεταφορά του προϊόντος ολοένα και πιο δύσκολη.
Η πίεση στην αγορά δεν προέκυψε από το μηδέν. Ήδη πριν από τη σύγκρουση, η παγκόσμια παραγωγή βρισκόταν υπό πίεση λόγω χαμηλότερων αποδόσεων το 2025 σε βασικές χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Τουρκία και το ίδιο το Ιράν, όπου η ξηρασία περιόρισε τη συγκομιδή.
Ο πόλεμος ήρθε να επιδεινώσει μια ήδη εύθραυστη ισορροπία. Διακοπές στις θαλάσσιες μεταφορές, αλλαγές σε δρομολόγια και αυξημένα κόστη logistics καθυστερούν τις αποστολές προς βασικές αγορές, όπως η Μέση Ανατολή και η Ινδία. Παράλληλα, προβλήματα επικοινωνίας λόγω περιορισμών στο διαδίκτυο δυσκολεύουν ακόμη και τον συντονισμό μεταξύ προμηθευτών και αγοραστών.
Οι τιμές έχουν ήδη αντιδράσει. Το φιστίκι έφτασε περίπου τα 4,57 δολάρια ανά λίβρα, επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2018, ενώ οι εισαγωγές σε ευρωπαϊκές αγορές εμφανίζουν αισθητή αύξηση κόστους.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση ενισχύεται από μια απρόσμενη πηγή: το λεγόμενο “Dubai chocolate”. Το προϊόν, που έγινε viral τα τελευταία χρόνια, βασίζεται σε κρέμα φιστικιού και έχει οδηγήσει σε ευρύτερη άνθηση προϊόντων με βάση τον συγκεκριμένο ξηρό καρπό, από παγωτά μέχρι γλυκά και spreads.
Η διπλή αυτή πίεση, από την πλευρά της προσφοράς και της ζήτησης, δημιουργεί ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας. Οι έμποροι δυσκολεύονται να τιμολογήσουν, ενώ οι αγοραστές στρέφονται σε εναλλακτικές πηγές, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, που καλύπτουν περίπου το 40% της παγκόσμιας παραγωγής. Ωστόσο, τα διαθέσιμα αποθέματα είναι ήδη περιορισμένα.
Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι η ποιότητα. Το ιρανικό φιστίκι έχει υψηλότερη περιεκτικότητα σε έλαια, κάτι που επηρεάζει καθοριστικά τη γεύση και τη συμπεριφορά του στην επεξεργασία. Για βιομηχανίες όπως η παραγωγή μπακλαβά ή παγωτού, η αντικατάστασή του δεν είναι πάντα εφικτή.
Το γεωπολιτικό ρίσκο παραμένει υψηλό. Παρά την προσωρινή εκεχειρία, οι περιορισμοί στο Στενό του Ορμούζ συνεχίζουν να επηρεάζουν το εμπόριο και τις ενεργειακές ροές, ενισχύοντας την αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών.
Αν η πρόσβαση στο ιρανικό προϊόν παραμείνει περιορισμένη, η αγορά φιστικιού ενδέχεται να εισέλθει σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών, με επιπτώσεις που θα φτάσουν μέχρι τον τελικό καταναλωτή.
Σε έναν κόσμο όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες είναι ήδη ευάλωτες, το φιστίκι εξελίσσεται σε ένα ακόμη παράδειγμα του πώς η γεωπολιτική μπορεί να επηρεάσει ακόμη και τις πιο καθημερινές καταναλωτικές συνήθειες.