Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση πορευόταν θεωρώντας σχεδόν αυτονόητη τη στρατηγική της εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα, η οικονομική συνεργασία, η κοινή διπλωματική γραμμή και το αφήγημα της «Δύσης» δημιούργησαν μια σχέση που συχνά παρουσιαζόταν ως αδιατάρακτη και αδιαμφισβήτητη. Μόνο που η πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων απέδειξε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η Ευρώπη αντιλήφθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι όταν μια υπερδύναμη λειτουργεί αποκλειστικά με βάση τα δικά της συμφέροντα, τότε οι «σύμμαχοι» μετατρέπονται εύκολα σε αναλώσιμους εταίρους. Και ίσως κανείς δεν το κατέδειξε αυτό πιο έντονα από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η πολιτική Τραμπ λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ για τις Βρυξέλλες. Οι απειλές περί αποδυνάμωσης του ΝΑΤΟ, οι πιέσεις για τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες, οι οικονομικοί εκβιασμοί μέσω δασμών, αλλά και η επιθετική ρητορική απέναντι σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αποκάλυψαν πόσο ευάλωτη είναι η ΕΕ όταν εξαρτάται από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.
Οι πρόσφατες εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία αποτέλεσαν ίσως μια από τις πιο ταπεινωτικές στιγμές για την ευρωπαϊκή διπλωματία. Η ιδέα ότι ένας Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να αντιμετωπίζει ευρωπαϊκά εδάφη ως γεωπολιτικό ακίνητο προς αγορά ή πίεση δεν ήταν απλώς προκλητική. Ήταν μια ξεκάθαρη υπενθύμιση ότι οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από τη λογική της ισχύος και όχι της ισότιμης συνεργασίας.
Το ίδιο ισχύει και για τη νέα κρίση στη Μέση Ανατολή και τη ρήξη που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν. Η Ευρώπη βρέθηκε ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές και στα δικά της συμφέροντα. Από τη μια οι πιέσεις για πλήρη ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον και από την άλλη ο φόβος μιας νέας ενεργειακής και οικονομικής καταστροφής για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Διότι οι πόλεμοι στην περιοχή δεν πλήττουν πρώτα την Αμερική. Πλήττουν την Ευρώπη. Οι αυξήσεις στην ενέργεια, οι μεταναστευτικές πιέσεις, η αστάθεια στις αγορές και οι κοινωνικές αναταράξεις χτυπούν κυρίως τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ήρθαν και οι δασμοί. Η Ουάσιγκτον δεν δίστασε επανειλημμένα να επιβάλει οικονομικά μέτρα εις βάρος ευρωπαϊκών προϊόντων, αντιμετωπίζοντας την ΕΕ όχι ως στρατηγικό σύμμαχο αλλά ως οικονομικό ανταγωνιστή. Η πραγματικότητα είναι απλή και κυνική. Τα αμερικανικά συμφέροντα μπαίνουν πάνω από όλα. Πάνω ακόμα και από τις διατλαντικές σχέσεις που επί δεκαετίες παρουσιάζονταν ως «ιερή συμμαχία».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη καλείται επιτέλους να ενηλικιωθεί πολιτικά και γεωστρατηγικά.
Η ΕΕ δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως οικονομικός γίγαντας και στρατηγικός νάνος. Δεν γίνεται να διαθέτει τεράστια οικονομική δύναμη αλλά να εξαρτάται στρατιωτικά από τρίτους. Δεν μπορεί να μιλά για ευρωπαϊκή κυριαρχία και ταυτόχρονα να ακολουθεί αυτόματα τις αμερικανικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική.
Η ανάγκη για μια πραγματικά αυτόνομη ευρωπαϊκή στρατηγική δεν αποτελεί πλέον ιδεολογική πολυτέλεια. Είναι ζήτημα πολιτικής και γεωπολιτικής επιβίωσης. Η Ευρώπη χρειάζεται δικές της στρατηγικές δυνατότητες και ανεξάρτητη διπλωματική φωνή. Κάποιοι μάλιστα θεωρούν ότι το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να είχε διαλυθεί ταυτόχρονα με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αφού ο λόγος ύπαρξής του εξέλιπε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ακόμη όμως και αν οι ΗΠΑ επιθυμούσαν τη διατήρησή του, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όφειλαν να είχαν διαμορφώσει εδώ και χρόνια μια πραγματικά κοινή εξωτερική πολιτική, βασισμένη στην ανεξαρτησία των αποφάσεών τους, στην εδραίωση της ειρήνης και στην οικοδόμηση σχέσεων αλληλοκατανόησης, συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού με τους γείτονές τους.
Το ίδιο ισχύει και για την οικονομία. Η εξάρτηση από το δολάριο, η αδυναμία ενεργειακής αυτονόμησης και η τεχνολογική υστέρηση απέναντι τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα απειλούν το μέλλον της ευρωπαϊκής ισχύος. Αν η ΕΕ θέλει να επιβιώσει ως πραγματικός παγκόσμιος πόλος, οφείλει να επενδύσει στην παραγωγή, στην καινοτομία, στην τεχνολογία και στη στρατηγική αυτονομία.
Πάνω απ’ όλα όμως, η Ευρώπη πρέπει να ξαναβρεί την ψυχή της.
Η ΕΕ δεν δημιουργήθηκε για να γίνει παρακολούθημα υπερδυνάμεων ούτε εργαλείο γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Οι ιδρυτές της οραματίστηκαν μια ήπειρο ειρήνης, συνεργασίας και συνεννόησης. Μια δύναμη που θα γεφυρώνει λαούς και πολιτισμούς αντί να συμμετέχει σε ατέρμονες συγκρούσεις.
Αυτός πρέπει να είναι και ο ρόλος της στον 21ο αιώνα. Όχι να μετατραπεί σε προέκταση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ούτε σε αντίπαλο της Ασίας. Αλλά σε γέφυρα συνεννόησης ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Σε παράγοντα σταθερότητας. Σε φορέα ειρήνης.
Η Ευρώπη διαθέτει την ιστορική εμπειρία, το πολιτισμικό βάθος και την οικονομική ισχύ για να χαράξει μια ανεξάρτητη πορεία. Το ερώτημα είναι αν διαθέτει και την πολιτική βούληση….
Ω.