Άποψη
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα παρουσιάστηκε ως επίδειξη ενότητας και αποφασιστικότητας απέναντι στις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις. Πίσω, όμως, από τις πανηγυρικές διακηρύξεις, η εικόνα είναι πιο σύνθετη: μια Συμμαχία που επιλέγει ξανά τη στρατιωτική κλιμάκωση ως βασικό εργαλείο και μια Ευρώπη που δείχνει να προσαρμόζεται στις διαθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ, αντί να διαμορφώνει τη δική της στρατηγική.
Η Σύνοδος θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για σοβαρό προβληματισμό γύρω από τη μεγαλύτερη πολεμική σύγκρουση που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντί γι’ αυτό, επιβεβαίωσε δύο άβολες πραγματικότητες: ότι το ΝΑΤΟ διαχειρίζεται τον πόλεμο στην Ουκρανία περισσότερο ως μακρόχρονη στρατιωτική αναμέτρηση και ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξακολουθούν να κινούνται με το βλέμμα στραμμένο στην Ουάσιγκτον.
Η βοήθεια στην Ουκρανία και το κενό της διπλωματίας
Η Διακήρυξη της Άγκυρας προβλήθηκε ως μήνυμα ενότητας. Στην ουσία, όμως, επιβεβαιώνει τη βαθύτερη στρατιωτικοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η νέα δέσμευση για παροχή στρατιωτικής βοήθειας ύψους 70 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία μέσα στο 2026, με προοπτική διατήρησης του ίδιου επιπέδου και το 2027, αποτελεί την πιο βαριά απόφαση της Συνόδου.
Παράλληλα, η Συμμαχία επανέλαβε ότι η Ουκρανία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευρωατλαντικής ασφάλειας, κρατώντας ανοιχτή την προοπτική ένταξής της στο ΝΑΤΟ. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, μένει αναπάντητο: ποια είναι η ειρηνευτική πρωτοβουλία που συνοδεύει αυτή τη στρατηγική;
Δεν παρουσιάστηκε κάποιο νέο σχέδιο που να επιχειρεί να φέρει τη Μόσχα και το Κίεβο στο ίδιο τραπέζι. Δεν υπήρξε ορατή διπλωματική αρχιτεκτονική για αποκλιμάκωση. Η Σύνοδος επένδυσε σχεδόν αποκλειστικά στη στρατιωτική διάσταση της κρίσης, σαν η αύξηση των εξοπλισμών να αποτελεί από μόνη της πολιτική λύση.
Όσο περισσότερα όπλα διοχετεύονται στο πεδίο χωρίς παράλληλη πολιτική διαδικασία, τόσο ενισχύεται η βεβαιότητα ότι ο πόλεμος θα παραταθεί. Και όσο παρατείνεται, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ευρύτερης ανάφλεξης με συνέπειες που κανείς στην Ευρώπη δεν μπορεί να προεξοφλήσει.
Η Ευρώπη απέναντι στον Τραμπ
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη η στάση του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος έφτασε στην Άγκυρα έχοντας προηγουμένως συγκρουστεί λεκτικά με Ευρωπαίους συμμάχους, προκαλέσει εντάσεις με δηλώσεις για τη Γροιλανδία, απειλήσει την Ισπανία με εμπορικά αντίποινα και δημιουργήσει αμφιβολίες ακόμη και για τη συνοχή της ίδιας της Συμμαχίας.
Κι όμως, αντί οι Ευρωπαίοι να υπερασπιστούν με αυτοπεποίθηση μια αυτόνομη στρατηγική, επέλεξαν την προσεκτική ισορροπία. Το αποτέλεσμα ήταν μια εικόνα πολιτικής αμηχανίας: μια Σύνοδος που έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από το πώς θα παραμείνει ο Τραμπ ικανοποιημένος και δεσμευμένος στο ΝΑΤΟ.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η μεταβολή της αμερικανικής στάσης απέναντι στην Ουκρανία. Ο Τραμπ, ο οποίος μέχρι πρόσφατα αμφισβητούσε την έκταση της αμερικανικής βοήθειας, εμφανίστηκε τώρα να εγκρίνει την αδειοδότηση για παραγωγή πυραύλων Patriot από την Ουκρανία. Η αλλαγή αυτή δεν συνοδεύτηκε από ολοκληρωμένη στρατηγική εξήγηση. Αντιθέτως, ενίσχυσε την αίσθηση ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ παραμένει υπερβολικά συνδεδεμένη με τις προσωπικές διαθέσεις του προέδρου.
Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να ανησυχεί περισσότερο την Ευρώπη: όχι μόνο η αστάθεια του Τραμπ, αλλά και η αδυναμία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χαράξει συνεκτική στρατηγική ανεξάρτητα από αυτήν. Η Ευρώπη διαθέτει οικονομική ισχύ, πληθυσμό και πολιτική βαρύτητα για να πρωταγωνιστήσει σε μια μεγάλη ειρηνευτική πρωτοβουλία. Αντί γι’ αυτό, λειτουργεί συχνά ως συμπληρωματικός εταίρος της Ουάσιγκτον.
Μια Συμμαχία που βλέπει σχεδόν τα πάντα στρατιωτικά
Η ατζέντα της Συνόδου δεν περιορίστηκε στην Ουκρανία. Οι ηγέτες του ΝΑΤΟ μίλησαν για αύξηση αμυντικών δαπανών, ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, κυβερνοεπιθέσεις, υβριδικές απειλές, ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας και στενότερη συνεργασία με εταίρους στον Ινδο-Ειρηνικό.
Παρουσιάστηκαν επίσης πρωτοβουλίες για την προστασία κρίσιμων υποδομών, την ενίσχυση της συλλογικής αποτρεπτικής ισχύος και την επιτάχυνση της παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού. Όλα αυτά είναι ζητήματα υπαρκτά και σοβαρά. Το πρόβλημα είναι ότι αντιμετωπίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της στρατιωτικής ισχύος.
Η διπλωματία, η αποκλιμάκωση, η αρχιτεκτονική μιας νέας ευρωπαϊκής ασφάλειας και οι πολιτικές πρωτοβουλίες για μείωση των διεθνών εντάσεων έμειναν στο περιθώριο. Η εικόνα που εξέπεμψε η Σύνοδος ήταν αυτή μιας Συμμαχίας που πιστεύει ότι σχεδόν κάθε σύγχρονη πρόκληση μπορεί να απαντηθεί με περισσότερους εξοπλισμούς, μεγαλύτερους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς και ισχυρότερη αποτροπή.
Η Σύνοδος της Άγκυρας, που πραγματοποιήθηκε στις 7 και 8 Ιουλίου 2026, ίσως μείνει στην ιστορία όχι επειδή άνοιξε δρόμο για την ειρήνη, αλλά επειδή επιβεβαίωσε πως η Δύση εξακολουθεί να θεωρεί τη στρατιωτική ισχύ ως το βασικό μέσο διαχείρισης της κρίσης.
Και μαζί με αυτό, ανέδειξε μια ακόμη πιο ανησυχητική εικόνα: μια Ευρώπη που αντί να ηγείται των εξελίξεων, προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες διαθέσεις ενός Αμερικανού προέδρου, ελπίζοντας κάθε φορά ότι η επόμενη αλλαγή γνώμης του δεν θα οδηγήσει σε νέα κρίση.