- Strategist Ai · AI Takeaways
- Ενότητα και Διάσπαση σε μια Διαδρομή 3000 χρόνων
- Η Κύπρος του 2050: Οικουμενικό Μοντέλο Δημοκρατικής και Πολιτισμικής Ενότητας
- Πρώτο δίδαγμα: Η ανεξαρτησία δεν είναι ποτέ δεδομένη
- Δεύτερο δίδαγμα: Η γεωπολιτική απαιτεί ρεαλισμό, όχι απομόνωση
- Τρίτο δίδαγμα: Η μεγαλύτερη απειλή για την ανεξαρτησία μπορεί να προέλθει και από το εσωτερικό
- Τέταρτο δίδαγμα: Η κρατική κυριαρχία χρειάζεται και κοινότητα πολιτών
- Πέμπτο δίδαγμα: Η λύση του Κυπριακού πρέπει να ολοκληρώνει, όχι να ακυρώνει, την ανεξαρτησία
- Έκτο δίδαγμα: η Ευρώπη άλλαξε οριστικά τη θέση της Κύπρου
- Από την ανεξαρτησία στην ωριμότητα
- Διαβάστε επίσης
Strategist Ai · AI Takeaways
- Η ανεξαρτησία του 1960 παρουσιάζεται ως ιστορική τομή, με την εδαφική ενότητα του νησιού να παραμένει ανολοκλήρωτη μετά τη διαίρεση.
- Έξι διδάγματα συνδέουν την κυριαρχία με τον γεωπολιτικό ρεαλισμό, τους δημοκρατικούς θεσμούς και μια κοινή πολιτειακή ταυτότητα.
- Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 αποτελεί, κατά τον Ανδρέα Δημητρίου, δεύτερη θεσμική τομή και πλαίσιο για μια μελλοντική λύση του Κυπριακού.
Ομιλία του
ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Στην Εκδήλωση του ΑΚΕΛ για την Επέτειο της Κυπριακής Ανεξαρτησίας
Λεμεσός, 29 Σεπτεμβρίου 2026
Ενότητα και Διάσπαση σε μια Διαδρομή 3000 χρόνων
Όταν μιλούμε για την Ανεξαρτησία της Κύπρου, συνήθως αρχίζουμε την αφήγησή μας από τον αντιαποικιακό αγώνα του 1955-1959, τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου και την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Θα ήθελα σήμερα να ξεκινήσω πολύ πιο πίσω, γιατί το πραγματικό ιστορικό νόημα της Κυπριακής Ανεξαρτησίας γίνεται βαθύτερο, αν τη δούμε μέσα στη διαδρομή των τριών και πλέον χιλιάδων χρόνων αυτού του τόπου. Στην αρχαιότητα, η Κύπρος ήταν ένας γεωγραφικά ενιαίος χώρος, αλλά όχι ένα ενιαίο κράτος. Από τις αρχές περίπου της πρώτης χιλιετίας π.Χ., το νησί ήταν οργανωμένο σε ξεχωριστά βασίλεια: τη Σαλαμίνα, την Πάφο, το Κίτιον, την Αμαθούντα, τους Σόλους, το Κούριον και άλλα. Από το 1200 π.Χ., περίπου, η Κύπρος εξελληνιζόταν σταδιακά στη γλώσσα και στον πολιτισμό της, αλλά παρέμενε πολιτικά κατακερματισμένη. Τα βασίλειά της, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αυτόνομα, βρέθηκαν διαδοχικά στη σφαίρα επιρροής ή κυριαρχίας μεγαλύτερων δυνάμεων: των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων, των Περσών.
Με τους Πτολεμαίους, γύρω στο 300 π.Χ., συμβαίνει μια μεγάλη αλλαγή. Τα αρχαία βασίλεια καταργούνται και η Κύπρος αρχίζει να λειτουργεί ως ενιαίος διοικητικός χώρος. Από εκεί και πέρα εμφανίζεται ένα μοτίβο που θα συνοδεύσει την Κύπρο για περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια: H Κύπρος αποτελεί έναν διακριτό διοικητικό χώρο, ενώ η ανώτατη εξουσία βρίσκεται έξω από αυτήν. Στην Αλεξάνδρεια, στη Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, στο Λονδίνο. Υπήρξαν ασφαλώς περίοδοι κατά τις οποίες η Κύπρος απέκτησε πολύ μεγαλύτερη πολιτική αυτονομία. Το μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου είναι το σημαντικότερο παράδειγμα. Αλλά ακόμη και τότε μιλούμε για τη δυναστική αντίληψη της κυριαρχίας του Μεσαίωνα, όχι για τη σύγχρονη αρχή ενός κράτους του οποίου η εξουσία πηγάζει από τους ίδιους τους πολίτες του.
Σημαντική για τους τελευταίους αιώνες της 2ης μετά Χριστόν χιλιετίας είναι η κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς. Από την περίοδο εκείνη έχουν την αρχή τους δύο βασικοί παράγοντες της σημερινής πραγματικότητας που διαμορφώνει το πλαίσιο και τη μορφή της ανεξαρτησίας μας: 1) η δημιουργία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας και η συναφής διαρκής εμπλοκή μας με την Τουρκία ως διάδοχης δύναμης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 2) Η ανάδειξη της Εκκλησίας και του Αρχιεπισκόπου ως βασικού θεσμού στην εκπροσώπηση και τη διαχείριση των θεμάτων της Ελληνοκυπριακής κοινότητας.
Αυτό αλλάζει με την ανεξαρτησία του 1960. Οι κάτοικοι της Κύπρου παύουν να είναι υπήκοοι μιας αυτοκρατορίας και αποκπτούν το δικαίωμα να αποφασίζουν οι ίδιοι για το τους μέλλον.
Για την ελληνοκυπριακή κοινότητα, η διεκδίκηση αυτή εκφράστηκε ιστορικά μέσα από το αίτημα της αυτοδιάθεσης, παρόλο που το πρόταγμα του αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955-1959 ήταν η Ένωση με την Ελλάδα και όχι η δημιουργία ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια περίοδο, η τουρκοκυπριακή ηγεσία αντιτασσόταν στην Ένωση, προβάλλοντας τη διχοτόμηση.
Η ιστορία οδήγησε τελικά σε κάτι διαφορετικό και από τα δύο. Στις 16 Αυγούστου 1960 γεννήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, και ας τη γιορτάζουμε την 1η Οκτωβρίου. Αν δούμε αυτή τη στιγμή μέσα από τις χιλιάδες χρόνια που προηγήθηκαν και όχι μέσα από τα τέσσερα χρόνια το 1955-59 που προηγήθηκαν, βλέπουμε καλύτερα το μέγεθος της αλλαγής. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, ο γεωγραφικός και διοικητικός χώρος της Κύπρου αποκτούσε διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική κυριαρχία και κυβέρνηση εγκατεστημένη στην ίδια την Κύπρο, της οποίας η εξουσία δεν προερχόταν από έναν αυτοκράτορα, έναν σουλτάνο, μια ξένη δυναστεία ή μια αποικιακή κυβέρνηση. Το κέντρο της πολιτικής εξουσίας μεταφερόταν, επιτέλους, στην Κύπρο. Η Κύπρος έπαψε να είναι απλώς αντικείμενο της πολιτικής των άλλων και έγινε η ίδια οντότητα της διεθνούς πολιτικής.
Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη ιστορική ειρωνεία: Η Κυπριακή Δημοκρατία γεννήθηκε ως συμβιβασμός. Για πολλούς Ελληνοκυπρίους δεν αποτελούσε τότε την ολοκλήρωση του εθνικού στόχου. Για πολλούς Τουρκοκυπρίους επίσης δεν αποτελούσε την τελική πολιτική επιδίωξη. Οι δυνάμεις της Ένωσης στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα και της διχοτόμησης στην Τουρκοκυπριακή συνέχισαν να επιδιώκουν τους πριν από την ανεξαρτησία στόχους τους. Υπό την πίεση όλων αυτών των δυνάμεων, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, το κράτος που γεννήθηκε ως συμβιβασμός έγινε ένα κράτος που έπρεπε να σωθεί.
Το 1963 και το 1964 δοκιμάστηκε η συνταγματική του λειτουργία και η δυνατότητα των δύο κοινοτήτων να συνυπάρξουν μέσα στους θεσμούς που είχαν δημιουργηθεί το 1960. Και οι δύο κοινότητες έχουν ευθύνη. Οι Ελληνοκύπριοι, δια τους Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τα περίφημα 13 σημεία αλλαγής του συντάγματος, υπονόμευσαν την σταθερότητά της. Οι Τουρκοκύπριοι, με την αποχώρησή τους από τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, την απογύμνωσαν από τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ως ένα κοινό κράτος που θα διαμόρφωνε μια άλλη πορεία στην ιστορία των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας.
Το 1963-64 απειλήθηκε από εξωτερική στρατιωτική επέμβαση και οι δύο κοινότητες χωρίστηκαν με αίμα. Το 1974 η συνταγματική του τάξη ανατράπηκε με το πραξικόπημα και, πέντε ημέρες αργότερα, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Το κράτος, όμως, επέζησε. Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της σύγχρονης ιστορίας μας. Η Κυπριακή Δημοκρατία διατήρησε τη διεθνή της προσωπικότητα. Διατήρησε τη θέση της στα Ηνωμένα Έθνη. Το 1983 η διεθνής κοινότητα δεν αναγνώρισε την προσπάθεια δημιουργίας δεύτερου κυπριακού κράτους. Και το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έτσι, μέσα σε λίγες δεκαετίες, η αντίληψη για την ίδια την ανεξαρτησία μεταμορφώθηκε.
Το 1960 η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν για πολλούς ένας συμβιβασμός.
Το 1964 ήταν ένα κράτος που έπρεπε να επιβιώσει.
Το 1974 ήταν ένα κράτος που έπρεπε να υπερασπιστούμε.
Το 1983 ήταν το διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος μέσω του οποίου αποτράπηκε η διεθνής νομιμοποίηση της απόσχισης.
Και το 2004 ήταν το κράτος μέσω του οποίου η Κύπρος έγινε μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν λοιπόν θέλαμε να συμπυκνώσουμε αυτή τη διαδρομή τριών χιλιάδων χρόνων σε λίγες λέξεις, θα μπορούσαμε να πούμε:
Η εδαφική ενότητα της Κύπρου είναι αρχαία. Κράτησε για χιλιετίες μέχρι που διασπάτηκε το 1963-64 με την πράσινη γραμμή και βίαια το 1974, με την Τουρκική εισβολή και την κατοχή που την ακολούθησε.
Η πολιτική της κυριαρχία, όμως, είναι νέα, αλλά υπάρχει ως μια παραδοξότητα: Διεθνώς αναγνωρίζεται ως ενιαία υπό την Κυπριακή Δημοκρατία, που μετέχει και αναγνωρίζεται από τους κύριους οργανισμούς της διεθνούς έννομης τάξης, όπως το ΗΕ και την ΕΕ. Στην πράξη όμως αμφισβητείται, με την Τουρκία να διεκδικεί άλλο ένα κράτος στην Κύπρο και ντόπιες φωνές, δυστυχώς, να ευθυγραμμίζονται.
Η πολιτισμική ιστορία της Κύπρου έχει βαθιές ελληνικές ρίζες, αλλά και μακραίωνη παρουσία διαφορετικών κοινοτήτων και παραδόσεων. Χρειάζεται, επομένως, να διακρίνουμε την κοινή πολιτική ζωή από την πολιτισμική ομοιομορφία.
Έτσι, σήμερα, βιώνουμε μια ιστορική αντίφαση: Για περίπου δύο χιλιάδες χρόνια η Κύπρος είχε, σε μεγάλο βαθμό, εδαφική ενότητα χωρίς πολιτική κυριαρχία. Μετά το 1960 απέκτησε πολιτική κυριαρχία. Μετά το 1974, όμως, βρεθήκαμε στην αντίστροφη κατάσταση: διεθνώς αναγνωρισμένη κυριαρχία χωρίς πλήρη άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου σε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Και έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Η επέτειος της Ανεξαρτησίας δεν είναι μόνο ημέρα μνήμης. Μας θέτει ένα ερώτημα για το μέλλον. Η γενιά του 1960 μάς παρέδωσε ένα κυρίαρχο κράτος. Οι γενιές που ακολούθησαν τραυμάτισαν αλλά δεν κατάργησαν αυτό το κράτος. Το ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι τι θα παραδώσουμε εμείς στις επόμενες γενιές.
Η μεγάλη ιστορική εκκρεμότητα της Κύπρου είναι να μπορέσουν κάποτε να συναντηθούν ξανά αυτά που η Ιστορία τόσο συχνά χώρισε: η εδαφική ενότητα, η πολιτική κυριαρχία και η δυνατότητα των ανθρώπων αυτού του τόπου να συνυπάρχουν μέσα σε ένα λειτουργικό και δημοκρατικό κράτος, μέσα στο οποίο επί μέρους εθνικές και γλωσσικές ταυτότητες γίνονται σεβαστές ως εναλλακτικές εκφράσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και της ιστορίας.
Η Κύπρος του 2050: Οικουμενικό Μοντέλο Δημοκρατικής και Πολιτισμικής Ενότητας
Αν αυτή είναι η μεγάλη διαδρομή της Κύπρου μέσα στον χρόνο, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θυμόμαστε σήμερα. Είναι κυρίως τι μαθαίνουμε. Γιατί η Ιστορία έχει αξία όταν δεν χρησιμοποιείται μόνο για να δικαιώσει το παρελθόν, αλλά και για να φωτίσει τις επιλογές του μέλλοντος. Από αυτή τη μακρά ιστορική διαδρομή προκύπτουν ορισμένα σημαντικά διδάγματα. Το 2050 δεν είναι ένα αφηρημένο μέλλον. Αφορά τη ζωή των παιδιών που βρίσκονται σήμερα στα σχολεία μας. Όταν αυτά θα αναλαμβάνουν ευθύνες στην κοινωνία, ποια σχέση θα έχουν με τους θεσμούς; Πώς θα κατανοούν την ιστορία του τόπου τους και την ιστορία των άλλων κοινοτήτων; Ποιες εμπειρίες συμμετοχής, συνεργασίας και δημοκρατικής διαφωνίας θα τους έχουμε προσφέρει; Με αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να συνδέσω τα διδάγματα της ιστορίας με το μέλλον.
Πρώτο δίδαγμα: Η ανεξαρτησία δεν είναι ποτέ δεδομένη
Η ιστορία της Κύπρου μάς δείχνει πόσο εύκολα ένα μικρό κράτος, τοποθετημένο σε μια περιοχή μεγάλων γεωπολιτικών ανταγωνισμών, μπορεί να γίνει αντικείμενο των σχεδιασμών ισχυρότερων δυνάμεων. Η γεωγραφία μας δεν αλλάζει. Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Αυτή η θέση υπήρξε πηγή ευκαιριών, αλλά και αιτία επανειλημμένων εξωτερικών παρεμβάσεων.
Από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τη σύγχρονη εποχή, η ιστορία επαναλαμβάνει με διαφορετικές μορφές το ίδιο μάθημα: όταν οι Κύπριοι αδυνατούν να καθορίσουν οι ίδιοι την πορεία τους, άλλοι είναι πάντοτε πρόθυμοι να την καθορίσουν για λογαριασμό τους. Γι' αυτό η ανεξαρτησία δεν είναι μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Είναι καθημερινή δυνατότητα ενός κράτους να αποφασίζει δημοκρατικά για το μέλλον του. Και αυτή η δυνατότητα χρειάζεται συνεχώς προστασία.
Δεύτερο δίδαγμα: Η γεωπολιτική απαιτεί ρεαλισμό, όχι απομόνωση
Η ανεξαρτησία ενός μικρού κράτους δεν σημαίνει ότι μπορεί να ζήσει χωρίς σχέσεις, συμμαχίες και αλληλεξαρτήσεις. Το αντίθετο. Η ιστορία της Κύπρου δείχνει ότι η ασφάλεια ενός μικρού κράτους εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την ικανότητά του να οικοδομεί σχέσεις που ενισχύουν και δεν περιορίζουν την κυριαρχία του.
Η Ελλάδα υπήρξε και παραμένει φυσικός εθνικός και πολιτισμικός εταίρος των Ελληνοκυπρίων. Η Τουρκία υπήρξε και παραμένει φυσικός εθνικός και πολιτισμικός εταίρος των Τουρκοκυπρίων. Οι άλλες κοινότητες της Κύπρου έχουν δεσμούς με άλλους πολιτισμούς της περιοχής και της Ευρώπης. Η είσοδος και ένταξη άλλων νέων κατοίκων διευρύνουν μάλλον παρά υπονομεύουν τις δυνατότητες μας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σήμερα το ευρύτερο πολιτικό, οικονομικό και θεσμικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει η Κυπριακή Δημοκρατία. Και η Ανατολική Μεσόγειος δημιουργεί ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πλέγμα σχέσεων με την Ελλάδα, την Τουρκία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τον Λίβανο και τον ευρύτερο αραβικό κόσμο.
Το δίδαγμα επομένως δεν είναι ότι η ανεξαρτησία απαιτεί να απομακρυνθούμε από τους άλλους. Είναι ακριβώς το αντίθετο: Η ανεξαρτησία ενός μικρού κράτους ενισχύεται όταν αυτό διαθέτει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να οικοδομεί πολλές και ισχυρές σχέσεις χωρίς να μετατρέπεται σε εξάρτημα οποιουδήποτε άλλου κράτους. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να γίνουμε ο καταλύτης για την αναδιάταξη των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας από μια πορεία συγκρούσεων για αιώνες σε μια πορεία ειρηνικής και δημιουργικής συνεργασίας.
Τρίτο δίδαγμα: Η μεγαλύτερη απειλή για την ανεξαρτησία μπορεί να προέλθει και από το εσωτερικό
Το 1974 μας έδωσε ίσως το σκληρότερο μάθημα της σύγχρονης ιστορίας μας. Η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν απειλήθηκε μόνο από εξωτερικές δυνάμεις. Πριν από την τουρκική εισβολή προηγήθηκαν η ανταρσία της ΕΟΚΑ Β’ και διχασμός και η πολιτική βία που έφερε, η υπονόμευση της συνταγματικής τάξης και τελικά το πραξικόπημα. Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία και η ανεξαρτησία δεν είναι δύο διαφορετικά αγαθά. Είναι αλληλένδετα. Δεν μπορεί να υπάρχει ασφαλής εθνική ανεξαρτησία χωρίς ισχυρή δημοκρατία.
Όταν οι θεσμοί αποδυναμώνονται, όταν η διαφορετική άποψη μετατρέπεται σε εχθρότητα, όταν ο πολιτικός αντίπαλος αντιμετωπίζεται ως προδότης και όταν το κομματικό ή ιδεολογικό συμφέρον τοποθετείται πάνω από το κράτος, τότε δεν τραυματίζεται μόνο η δημοκρατία. Τραυματίζεται η ίδια η δυνατότητα του κράτους να υπερασπιστεί την κυριαρχία του. Γι' αυτό η ενότητα δεν σημαίνει ομοφωνία. Η ενότητα που χρειάζεται ένα δημοκρατικό κράτος είναι κάτι διαφορετικό: η συμφωνία ότι πάνω από τις διαφορές μας βρίσκονται η δημοκρατική τάξη, οι θεσμοί και η ίδια η ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τέταρτο δίδαγμα: Η κρατική κυριαρχία χρειάζεται και κοινότητα πολιτών
Εδώ πιστεύω ότι βρίσκεται ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα που μας κληροδότησε το 1960. Δημιουργήσαμε ένα κράτος πριν προλάβουμε να δημιουργήσουμε επαρκώς μια κοινή πολιτειακή συνείδηση. Οι Ελληνοκύπριοι εισήλθαν στη Δημοκρατία έχοντας πίσω τους τον αγώνα για αυτοδιάθεση και Ένωση. Οι Τουρκοκύπριοι εισήλθαν έχοντας βιώσει τον φόβο της Ένωσης και έχοντας στραφεί προς την ιδέα της διχοτόμησης.
Το νέο κράτος διέθετε Σύνταγμα, Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Βουλή, δημόσια διοίκηση και διεθνή αναγνώριση. Αλλά οι δύο κοινότητες δεν είχαν προλάβει να αναπτύξουν στον ίδιο βαθμό την αίσθηση ότι το κράτος αυτό ήταν κοινό τους πολιτικό σπίτι. Αυτή ήταν μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες της πρώτης περιόδου της Δημοκρατίας. Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα του μέλλοντος. Μια βιώσιμη λύση δεν μπορεί να είναι μόνο ένα περίπλοκο συνταγματικό κείμενο. Δεν αρκεί να συμφωνήσουμε πόσες αρμοδιότητες θα έχει κάθε επίπεδο διακυβέρνησης, ποια θα είναι η σύνθεση των οργάνων ή ποιοι μηχανισμοί θα επιλύουν τις διαφωνίες. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Αλλά κανένα Σύνταγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα αν οι άνθρωποι που καλούνται να ζήσουν μέσα σε αυτό δεν αισθάνονται ότι έχουν κάτι κοινό να προστατεύσουν.
Δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουμε τις ταυτότητές μας για να το πετύχουμε.Το κοινό κράτος δεν χρειάζεται να καταργήσει τις ταυτότητές μας. Πρέπει να δημιουργήσει τον πολιτικό χώρο μέσα στον οποίο μπορούν να συνυπάρχουν.
Πέμπτο δίδαγμα: Η λύση του Κυπριακού πρέπει να ολοκληρώνει, όχι να ακυρώνει, την ανεξαρτησία
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα για το μέλλον. Εξήντα έξι χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, το Κυπριακό παραμένει ανοικτό. Η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας μας. Ένα κράτος μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να μην ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε ολόκληρη την επικράτειά του. Η διαίρεση εξακολουθεί να επηρεάζει τις ζωές Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Γι' αυτό η αναζήτηση λύσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντίθεση προς την Κυπριακή Δημοκρατία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μια λύση μπορεί να οδηγήσει στην ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας της Κύπρου: σε ένα επανενωμένο κράτος, λειτουργικό και δημοκρατικό, μέσα στο οποίο Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς και πολιτικά ισότιμοι και το οποίο θα μπορεί να παίρνει τις αποφάσεις του χωρίς εξωτερικές εξαρτήσεις. Υπό της σημερινές συνθήκες, δεδομένων των συμφωνιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων αλλά και του διεθνώς συμφωνημένου πλαισίου λύσης, η Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία είναι το μόνο πολιτικό πλαίσιο που μπορεί να διασφαλίσει την συνεργασία μεταξύ των κοινοτήτων. Αυτή η λύση μετατρέπει την ιστορία μας σε πολτικό πλαίσιο λειτουργίας που θα αποτρέψει τις συγκρούσεις του παρελθόντος.
Έκτο δίδαγμα: η Ευρώπη άλλαξε οριστικά τη θέση της Κύπρου
Το 2004 αποτελεί, κατά την άποψή μου, τη δεύτερη μεγάλη θεσμική τομή μετά το 1960. Το 1960 αποκτήσαμε κράτος. Το 2004 αυτό το κράτος έγινε μέλος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής πολιτικής και νομικής κοινότητας. Αυτό έχει σημασία πολύ μεγαλύτερη από την οικονομική διάσταση της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σημαίνει ότι οποιαδήποτε μελλοντική διευθέτηση του Κυπριακού θα αφορά ένα κράτος που είναι ήδη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και η ευρωπαϊκή έννομη τάξη αποτελούν πλέον μέρος του θεσμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλούμαστε να οικοδομήσουμε το κοινό μας μέλλον. Και αυτό δημιουργεί μια δυνατότητα που δεν υπήρχε το 1960.
Να μην αναζητήσουμε απλώς έναν ακόμη συμβιβασμό ανάμεσα σε ανταγωνιστικά εθνικά συμφέροντα, αλλά ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος στο οποίο η ασφάλεια του ενός δεν θα προϋποθέτει την ανασφάλεια του άλλου.
Από την ανεξαρτησία στην ωριμότητα
Ίσως λοιπόν η πραγματική πρόκληση της εποχής μας να είναι να περάσουμε από την ανεξαρτησία στην ωριμότητα. Η πρώτη γενιά της Κυπριακής Δημοκρατίας αγωνίστηκε για να αποκτήσει αυτός ο τόπος κρατική υπόσταση. Η επόμενη γενιά αναγκάστηκε να αγωνιστεί για να μην τη χάσει. Άλλες γενιές οικοδόμησαν μέσα από τα ερείπια του 1974 μια σύγχρονη οικονομία και ένα λειτουργικό κράτος. Η γενιά της ευρωπαϊκής ένταξης έφερε την Κυπριακή Δημοκρατία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δική μας ιστορική ευθύνη είναι διαφορετική.
Είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτό το κράτος θα παραμείνει ισχυρό, δημοκρατικό και ευρωπαϊκό και ότι θα μπορέσει κάποτε να επανενώσει τον γεωγραφικό χώρο που η Ιστορία είχε ενώσει πολύ πριν αποκτήσουμε τη σύγχρονη πολιτική μας κυριαρχία.
Και αυτό απαιτεί κάτι περισσότερο από καλή διπλωματία. Απαιτεί θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Απαιτεί οικονομία που δημιουργεί δυνατότητες για τους νέους ανθρώπους. Απαιτεί παιδεία που δεν φοβάται ούτε την Ιστορία ούτε την κριτική σκέψη. Απαιτεί πολιτισμό που γνωρίζει τις ρίζες του αλλά δεν οικοδομεί την ταυτότητά του πάνω στην απόρριψη του άλλου. Απαιτεί πολίτες που μπορούν να διαφωνούν βαθιά χωρίς να θεωρούν ο ένας τον άλλο εχθρό. Και απαιτεί μια κοινωνία αρκετά ώριμη ώστε να κατανοεί ότι η αγάπη για την πατρίδα δεν μετριέται από την ένταση των συνθημάτων της, αλλά από την ευθύνη με την οποία προστατεύει τους θεσμούς, την ελευθερία και το μέλλον της.
Γιατί τελικά αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δίδαγμα των τριών χιλιάδων χρόνων που προηγήθηκαν είναι ότι αποκτήσαμε το δικαίωμα και την ευθύνη να αποφασίζουμε εμείς. Το χρέος μας σήμερα είναι να μην παραδώσουμε ποτέ ξανά αυτή την ευθύνη σε κανέναν άλλο. Και ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε, σε μια επανενωμένη Κύπρο, το «εμείς» να μπορέσει κάποτε να περιλαμβάνει όλους τους πολίτες αυτού του τόπου.
Για να επιτευχθούν όλα αυτά χρειαζόμαστε μεγαλη ηγεσία σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη που να είναι ικανή να αναδιατάξει μια ιστορία συγκρούσεων που κράτησε χίλια χρόνια σε μια ιστορία ειρήνης, δημιουργίας και συνεργασίας που θα κρατήσει άλλα χίλια χρόνια. Χρειαζόμαστε τέσσερις Μαντέλλα: Δύο στη Λευκωσία, ένα στην Αθήνα και ένα στην Άγκυρα. Πρέπει να τους βρούμε.
Φωτογραφία: Viaggiamocela / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0 (περικοπή).