Για μία ακόμη εβδομάδα, κυρίαρχο θέμα στον διεθνή Τύπο υπήρξε η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν και η κρίσιμη μάχη για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Μετά την αμερικανική επιχείρηση «Project Freedom» και το de facto εμπάργκο στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε αδιέξοδο, ενώ η τιμή του αργού πετρελαίου έχει εκτοξευθεί, πλήττοντας σκληρά τους καταναλωτές και τις οικονομίες της Ασίας.
Ο δυτικός Τύπος εστιάζει στην αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική αισιοδοξία της Ουάσιγκτον και τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα αναλύει πώς η κρίση επιταχύνει την αναδιάταξη των παγκόσμιων ισορροπιών ισχύος, με το Πεκίνο να παρακολουθεί με στρατηγική ψυχραιμία. Στο ουκρανικό μέτωπο, παρά την εξάντληση, η τεχνολογική υπεροχή των ουκρανικών drones ανέκοψε τη ρωσική προέλαση τον Απρίλιο, ανοίγοντας νέα δεδομένα στη διαμάχη.
Παράλληλα, η ανθρωπιστική τραγωδία της Γάζας συνεχίζεται μακριά από τα φώτα της διεθνούς κοινής γνώμης, με το πολιτικό κενό εξουσίας να παρατείνει την αγωνία του άμαχου πληθυσμού. Αναλυτές από την Ιαπωνία έως τη Ρωσία προειδοποιούν ότι οι σημερινές κρίσεις, αν δεν αντιμετωπιστούν συντονισμένα, ενέχουν τον κίνδυνο μιας πολύ μεγαλύτερης παγκόσμιας αποσταθεροποίησης.
Ο δυτικός Τύπος
Στο άρθρο με τίτλο «Ο Τραμπ προσπαθεί να υποβαθμίσει τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν», που δημοσιεύθηκε στους New York Times στις 4 Μαΐου από τους Erica L. Green και Zolan Kanno-Youngs, περιγράφεται η προσπάθεια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να παρουσιάσει την αμερικανική οικονομία ως ανθηρή, παρά τις παρενέργειες της σύγκρουσης με το Ιράν. Σε εκδήλωση για την Εβδομάδα Μικρών Επιχειρήσεων στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η οικονομία «βρυχάται» και προέβλεψε σύντομη πτώση των τιμών του πετρελαίου. Ωστόσο, η πραγματικότητα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση: η τιμή του αργού πετρελαίου Brent άγγιξε τα 114 δολάρια το βαρέλι, η μέση τιμή της βενζίνης ξεπέρασε τα 4,45 δολάρια το γαλόνι —αύξηση άνω του ενός δολαρίου σε σχέση με πέρυσι— ενώ το ντίζελ εκτινάχθηκε πάνω από τα 5,64 δολάρια. Οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν βρίσκονται σε αδιέξοδο, με την αβεβαιότητα γύρω από το ενδεχόμενο αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ να εντείνεται. Παράλληλα, ο Τραμπ υπεραμύνθηκε των απολύσεων ομοσπονδιακών υπαλλήλων, ισχυριζόμενος ότι πολλοί εξ αυτών βρήκαν καλύτερες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, το οικονομικό του μήνυμα στερείται συνοχής, καθώς οι ομιλίες του εκτρέπονται συχνά σε άσχετα θέματα, αφήνοντας πολλούς Αμερικανούς αντιμέτωπους με το αυξημένο κόστος ζωής χωρίς ορατή προοπτική ανακούφισης.
Στο άρθρο «Η Κίνα πιστεύει ότι η Αμερική παρακμάζει, αλλά παραμένει ιδιαιτέρως επικίνδυνη», που δημοσιεύθηκε στον Economist στις 4 Μαΐου, αναλύεται η κινεζική αντίληψη για την υποχώρηση της αμερικανικής ηγεμονίας και ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ ως συμπτώματος και επιταχυντή αυτής της διαδικασίας. Κινέζοι ακαδημαϊκοί, όπως ο Wang Wen του Ινστιτούτου Chongyang στο Πανεπιστήμιο Renmin, αντιμετωπίζουν τον Τραμπ με σαρκαστική ευγνωμοσύνη, θεωρώντας ότι αποξενώνει τους συμμάχους των ΗΠΑ, καταδεικνύει την αναξιοπιστία τους και επιβεβαιώνει το δόγμα του Σι Τζινπίνγκ ότι «η Ανατολή ανατέλλει και η Δύση δύει». Η αντίληψη αυτή, ριζωμένη εν μέρει στη μαρξιστική καχυποψία έναντι του καπιταλισμού, ενισχύθηκε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Ωστόσο, το Πεκίνο παραμένει επιφυλακτικό: θεωρεί την Αμερική έναν «αγχωμένο ηγεμόνα» που, καθώς παρακμάζει, τείνει να αντιδρά βίαια. Αυτή η έννοια της «ηγεμονικής αγωνίας» εξηγεί τη σχετική αποφυγή προκλήσεων από την πλευρά της Κίνας. Πιο ψύχραιμοι αναλυτές, όπως ο Wang Jisi του Πανεπιστημίου του Πεκίνου, υπενθυμίζουν ότι η πολιτική πόλωση δεν έχει ακόμη περιορίσει την οικονομική και τεχνολογική ισχύ των ΗΠΑ. Το συμπέρασμα είναι ότι, ακόμη και αν η αμερικανική παρακμή θεωρείται βέβαιη στο Πεκίνο, η σύνεση επιβάλλει την αποφυγή ριψοκίνδυνων κινήσεων που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια σύγκρουση υπερδυνάμεων.
«Η ειρήνη έρχεται μόνο μέσα από τη δύναμη» ήταν ο τίτλος του άρθρου παρέμβασης του Ralf Fücks στη Die Welt (ημερομηνία πρόσβασης: 7 Μαΐου). Στο κείμενο υποστηρίζεται ότι μόνο η στρατιωτική πίεση μπορεί να αναγκάσει τον Πούτιν σε υποχώρηση. Η Ουκρανία, παρά την εξάντληση και τις τεράστιες απώλειες, παραμένει ανθεκτική και απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο συνθηκολόγησης. Ο συγγραφέας απορρίπτει τις προσδοκίες για ταχεία διαπραγμάτευση, καθώς ο Πούτιν εμμένει στον στόχο της επαναφοράς της Ουκρανίας υπό ρωσική κυριαρχία. Οι Ευρωπαίοι καλούνται να παράσχουν άμεσα όπλα, πυρομαχικά, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και drones, ενισχύοντας ταυτόχρονα τις οικονομικές κυρώσεις. Στο πεδίο της μάχης, η τεχνολογία —ιδίως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα αυτόνομα μαχητικά συστήματα— αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα. Στα μετόπισθεν, η Ουκρανία πλήττει επιτυχώς ρωσικές βιομηχανίες και υποδομές, παραλύοντας σημαντικό μέρος των εξαγωγών πετρελαίου της Ρωσίας. Ο Πούτιν, από την πλευρά του, επιδιώκει να διχάσει την ευρωπαϊκή ηγεσία και την ουκρανική κοινωνία, ενώ το δημογραφικό πρόβλημα, λόγω των προσφύγων και των λιποτακτών, επιβαρύνει την Ουκρανία. Ο Fücks καταλήγει ότι μια ελεύθερη και ισχυρή Ουκρανία αποτελεί το θεμέλιο για μια ελεύθερη και ισχυρή Ευρώπη.
Στο άρθρο με τίτλο «Αμοιβαία παγίδα», που δημοσιεύθηκε στην Corriere della Sera στις 4 Μαΐου από τον Federico Rampini, αναλύεται η κλιμακούμενη σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν. Μετά την αρχική φάση των αεροπορικών επιχειρήσεων, η αντιπαράθεση μετατοπίστηκε σε γεωοικονομικό επίπεδο: το Ιράν απειλεί να αποκλείσει το Στενό του Ορμούζ επιβάλλοντας de facto «φόρο διέλευσης», ενώ οι ΗΠΑ απάντησαν με εμπάργκο στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου. Πλέον, ο ανταγωνισμός αποκτά ξανά στρατιωτική διάσταση, με την αποστολή ναυτικής συνοδείας για τα δεξαμενόπλοια — μια τακτική που είχε εφαρμοστεί επιτυχώς επί προεδρίας Ρίγκαν τη δεκαετία του 1980. Ο Rampini επισημαίνει την καθυστερημένη αντίδραση του Πενταγώνου, αποδίδοντάς την στην υποτίμηση της ανθεκτικότητας του ιρανικού καθεστώτος, στο υψηλό κόστος της επιχείρησης και στον υπολογισμό ότι οι εξαρτημένες χώρες (Κίνα, Ιαπωνία, Ευρώπη) θα έπρεπε να αναλάβουν το βάρος. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να παραμείνει αδρανής, καθώς η αμερικανική οικονομία πλήττεται από την άνοδο των τιμών. Στο εσωτερικό, ο Τραμπ αντιμετωπίζει χαμηλή δημοτικότητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Κρίσιμο ορόσημο θεωρείται η προγραμματισμένη συνάντηση Τραμπ–Σι Τζινπίνγκ στις 15 Μαΐου στο Πεκίνο, καθώς η κινεζική στήριξη προς την Τεχεράνη παρατείνει την κρίση.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Το άρθρο «Τα επτά ισχυρά χαρτιά του Ιράν στη ναυτική σύγκρουση με την Αμερική», που δημοσιεύθηκε στην ιρανική ιστοσελίδα NourNews (ημερομηνία πρόσβασης: 7 Μαΐου), αναλύει τα πλεονεκτήματα του Ιράν στον ασύμμετρο ναυτικό πόλεμο έναντι των ΗΠΑ. Η στρατηγική αυτή δεν επιδιώκει ισοδύναμη αντιπαράθεση με την υπερδύναμη, αλλά «αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού». Το Ιράν αξιοποιεί την ευνοϊκή γεωγραφία του Στενού του Ορμούζ, ενός παγκόσμιου γεωοικονομικού κόμβου, μέσω επτά βασικών αξόνων: (α) δικτύου ελαφρών και ταχύπλοων σκαφών που εφαρμόζουν τακτική «σμηνίτικης επίθεσης» για κορεσμό των αμυντικών συστημάτων, (β) ενοποίησης θαλάσσιου και χερσαίου μετώπου με πυραυλικές εγκαταστάσεις που επιβάλλουν διαρκές ρίσκο και κόστος, (γ) ναρκοθέτησης ως αόρατου και χαμηλού κόστους αποτρεπτικού μέσου, (δ) σκόπιμης ασάφειας και ρευστότητας για αποδιοργάνωση του αντιπάλου, (ε) σύνδεσης της στρατιωτικής δράσης με τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και τα οικονομικά σοκ, (στ) πολυεπίπεδης σύγκρουσης που ενσωματώνει κυβερνοεπιχειρήσεις και πληροφοριακό πόλεμο και (ζ) χρήσης του χρόνου ως στρατηγικής μεταβλητής μέσω σταδιακής φθοράς. Το συμπέρασμα είναι ότι η νίκη ορίζεται όχι ως ολοκληρωτική καταστροφή του εχθρού, αλλά ως «επιβολή κόστους, περιορισμός επιλογών και αποτελεσματική αποτροπή», στοιχεία που απαιτούν στρατηγική νοημοσύνη περισσότερο από σκληρή ισχύ.
Στο αναλυτικό άρθρο με τίτλο «Υπάρχει κάτι που μπορεί να επαναφέρει την παγκόσμια προσοχή στα δεινά της Γάζας;», που δημοσιεύθηκε στη Haaretz στις 5 Μαΐου, από την Dahlia Scheindlin, εξετάζεται η σταδιακή παγκόσμια λησμονιά απέναντι στην ανθρωπιστική καταστροφή στη Γάζα. Η αρθρογράφος εκκινεί από φωτογραφικές αναρτήσεις του φωτορεπόρτερ Mohammed Zaanoun, που καταγράφουν πάνω από 20.000 νεκρά παιδιά, και διαπιστώνει ότι νεότερες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν «πνίξει» δημοσιογραφικά τη Γάζα. Παρά την εκεχειρία του Οκτωβρίου, ο ισραηλινός στρατός έχει σκοτώσει πάνω από 800 άτομα από τότε, ενώ η πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια παραμένει περιορισμένη. Η καθημερινότητα είναι αποκαρδιωτική: αρουραίοι, ασθένειες, κατεστραμμένο σύστημα υγείας, υπερδιπλάσια ποσοστά εφηβικής εγκυμοσύνης και εκτεταμένες παραβιάσεις δικαιωμάτων των γυναικών. Πολιτικά, η Γάζα βρίσκεται σε κενό εξουσίας: ο ισραηλινός στρατός ελέγχει πάνω από το μισό έδαφος, η Χαμάς εξακολουθεί να είναι παρούσα, ενώ το Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ, η Εθνική Επιτροπή Διακυβέρνησης και η υποσχεθείσα Διεθνής Δύναμη Σταθεροποίησης αποδεικνύονται αναποτελεσματικά. Σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, ελπίδα προσφέρουν οι ίδιοι οι Γαζαίοι: εθελοντές που ανοίγουν βιβλιοθήκες, μαζικές τελετές γάμου και λογοτεχνικές φωνές που υπενθυμίζουν στον κόσμο ότι η Γάζα δεν είναι απλώς μια ανθρωπιστική κρίση, αλλά ένας τόπος ζωντανών ανθρώπων.
Τύπος της Ασίας
Σε συνέντευξη με τίτλο «Η “τρέλα” υπό τον Τραμπ οδηγεί τις ΗΠΑ στην τρίτη μεγάλη ήττα τους» (The Asahi Shimbun, 6 Μαΐου, του Shinichi Ikeda), ο Γάλλος ανθρωπολόγος και ιστορικός Emmanuel Todd εκτιμά ότι οι ΗΠΑ οδεύουν προς μια «τρίτη πανωλεθρία». Η πρώτη ήττα είναι η αποτυχία στην Ουκρανία, όπου αποκαλύφθηκε η αδυναμία της αμερικανικής βιομηχανίας να υποστηρίξει έναν πόλεμο διαρκείας. Η δεύτερη είναι η υποχώρηση απέναντι στην Κίνα μετά την απειλή εμπάργκο στις σπάνιες γαίες. Η επίθεση στο Ιράν, κατά τον Todd, κινδυνεύει να εξελιχθεί στην τρίτη ήττα. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη στάση ΗΠΑ και Ισραήλ ως «παροξυσμική», υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική δημοκρατία μεταλλάσσεται σε «αυτοκρατορία» υπό τον έλεγχο των υπηρεσιών πληροφοριών. Για την Ιαπωνία, ο Todd προειδοποιεί κατά του «φαντασιακού εθνικισμού» —της εχθρότητας προς την Κίνα προς όφελος των ΗΠΑ— και προτείνει τη στροφή προς έναν πολυπολικό κόσμο με μεγαλύτερη αυτονομία από την Ουάσιγκτον.
Σε άρθρο του Anthony Rowley στη South China Morning Post (6 Μαΐου) με τίτλο «Οι μίνι-κρίσεις που πυροδότησε ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλη κατάρρευση», αναλύεται ο κίνδυνος μιας συστημικής παγκόσμιας κρίσης. Οικονομολόγοι όπως ο Hung Tran του Atlantic Council επισημαίνουν ότι οι επιπτώσεις είναι ασύμμετρες: πλήττουν σφοδρά την Ασία, λιγότερο την Ευρώπη και ελάχιστα τις ΗΠΑ, οι οποίες ίσως ωφεληθούν μέσω της ενεργειακής εξάρτησης που επιβάλλουν. Αν και ορισμένοι αναλυτές, όπως ο Paul Sheard, παραμένουν αισιόδοξοι λόγω της «δημιουργικής καταστροφής» που επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, ο Rowley προειδοποιεί ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας, ο πληθωρισμός και η γεωπολιτική αστάθεια συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα, καθιστώντας τις σημερινές «μίνι-κρίσεις» προάγγελο μιας παγκόσμιας μεγα-κρίσης.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Στο άρθρο «Πώς να πλέεις: οι ενέργειες των ΗΠΑ στην περιοχή του Στενού του Ορμούζ υπονομεύουν την ειρηνευτική διαδικασία», που δημοσιεύθηκε στο Izvestia στις 5 Μαΐου, από τους Roman Kretsul και Mikhail Saltykov, αναλύεται η αμερικανική επιχείρηση «Project Freedom» στο Στενό του Ορμούζ και οι επιπτώσεις της στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν. Ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε την επιχείρηση στις 3 Μαΐου, παρουσιάζοντάς την ως ανθρωπιστική αποστολή για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, με συμμετοχή αντιτορπιλικών, αεροσκαφών, μη επανδρωμένων αεροχημάτων και περίπου 15.000 στρατιωτών. Εμπειρογνώμονες εκτιμούν ότι η επιχείρηση αποτελεί στην ουσία απόπειρα ελέγχου της στρατηγικής αυτής οδού και ανύψωσης του επιπέδου πίεσης στην Τεχεράνη, μειώνοντας το περιθώριο για διπλωματικό συμβιβασμό. Η ιρανική ηγεσία αντιδρά αρνητικά: ο διοικητής «Χατάμ αλ-Ανμπία» προειδοποίησε για επίθεση σε οποιεσδήποτε ξένες δυνάμεις στον Ορμούζ. Ιρανικά ΜΜΕ ανέφεραν επίθεση σε αμερικανικό πλοίο, την οποία το CENTCOM διέψευσε. Αναλυτές επισημαίνουν ότι και οι δύο πλευρές διατηρούν σημαντική στρατιωτική ισχύ: το Ιράν διαθέτει drones τύπου «Σαχέντ», αντιπλοϊκούς πυραύλους, ταχύπλοα σκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ οι ΗΠΑ αναμένεται να χρησιμοποιήσουν αεροπορική κάλυψη με F-15, F-18 και F-35. Η κατάσταση παραμένει ευμετάβλητη, με κίνδυνο κλιμάκωσης εφόσον οποιαδήποτε πλευρά αποφασίσει να προβεί σε πρώτο χτύπημα.
Στην ανάλυση με τίτλο «Η Ουκρανία άλλαξε τα μαθηματικά των drones — και ο ρυθμός επιθέσεων της Ρωσίας σταμάτησε να αποφέρει εδαφικά κέρδη», που δημοσιεύθηκε στο Euromaidan Press στις 5 Μαΐου, από τον Anton Zemlianyi, αναλύεται η στρατηγική αναστροφή στο ουκρανικό μέτωπο κατά τον Απρίλιο 2026. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μελέτης Πολέμου (ISW), η Ρωσία κατέγραψε καθαρή εδαφική απώλεια 116 τετρ. χλμ. — την πρώτη μηνιαία οπισθοχώρηση από τον Αύγουστο 2024. Παρά τον υψηλότερο σε δύο μήνες ρυθμό επιθέσεων (1.384 επιθέσεις στην εβδομάδα 20–26 Απριλίου), τα εδαφικά κέρδη συρρικνώθηκαν δραματικά. Το κόστος ανά τετρ. χλμ. εδάφους στο Ντονέτσκ τριπλασιάστηκε σε σχέση με πέρυσι, φτάνοντας τους 316 νεκρούς ή τραυματίες. Κύρια σημεία πίεσης παραμένουν ο άξονας Κραματόρσκ-Σλοβιάνσκ, η Κωνσταντινίβκα και το Ποκρόφσκ, όπου η Ρωσία προσπαθεί να περικυκλώσει την οχυρωμένη ζώνη από τα δυτικά μέσω της Ντομπρόπιλια. Καθοριστικός παράγοντας αναδεικνύεται η μαζική ανάπτυξη ουκρανικών drones επίθεσης, που υπερτερούν κατά 30% έναντι των ρωσικών. Παράλληλα, η Ρωσία εντείνει τις επιθέσεις κατά αμάχων στη Νικόπολη και επιδιώκει τη δημιουργία «ζωνών ασφαλείας» στα σύνορα Σούμι-Χάρκοφ. Το αποτέλεσμα του Απριλίου εξαρτάται πλέον από την τροχιά της δυτικής βοήθειας και τις διαπραγματεύσεις μετά τις 9 Μαΐου.