Η ρωσική κυβέρνηση προχώρησε σε πλήρη αποκλεισμό της εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων WhatsApp, κλιμακώνοντας την πίεση προς τις ξένες τεχνολογικές πλατφόρμες που δραστηριοποιούνται στη χώρα.
Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι η απόφαση ελήφθη λόγω «μη συμμόρφωσης με τη ρωσική νομοθεσία» από τη Meta Platforms, ιδιοκτήτρια εταιρεία του WhatsApp. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, επιβεβαίωσε ότι το μέτρο εφαρμόστηκε πλήρως και κάλεσε τους Ρώσους πολίτες να στραφούν σε μια «εθνική εφαρμογή μηνυμάτων» που υποστηρίζεται από το κράτος.
Η πρόταση του Κρεμλίνου: MAX
Η εφαρμογή που προωθεί η ρωσική κυβέρνηση είναι το MAX, μια κρατικής ιδιοκτησίας πλατφόρμα επικοινωνίας, η οποία παρουσιάζεται ως «προσβάσιμη και αναπτυσσόμενη εναλλακτική».
Σύμφωνα με τις ρωσικές αρχές, το MAX έχει σχεδιαστεί για να ενσωματώνει και άλλες υπηρεσίες που σχετίζονται με το κράτος, με στόχο –όπως υποστηρίζεται– τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Ωστόσο, επικριτές της ρωσικής κυβέρνησης χαρακτηρίζουν την εφαρμογή ως πιθανό εργαλείο παρακολούθησης. Οι αρχές απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς, κάνοντας λόγο για «ψευδείς» κατηγορίες.
Τι σημαίνει ο αποκλεισμός στην πράξη
Ο αποκλεισμός του WhatsApp φαίνεται να είναι τεχνικά ολοκληρωμένος. Ορισμένα domain names που συνδέονται με την εφαρμογή αφαιρέθηκαν από το εθνικό μητρώο ιστοτόπων της Ρωσίας, με αποτέλεσμα οι συσκευές εντός της χώρας να μην λαμβάνουν πλέον τις απαραίτητες διευθύνσεις IP για σύνδεση.
Στην πράξη, πρόσβαση στο WhatsApp μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω εικονικών ιδιωτικών δικτύων (VPN), τα οποία ήδη χρησιμοποιούν αρκετοί Ρώσοι χρήστες.
Η Roskomnadzor είχε ξεκινήσει από τον Αύγουστο τον περιορισμό της εφαρμογής, καθιστώντας αδύνατη την ολοκλήρωση κλήσεων μέσω της πλατφόρμας. Τον Δεκέμβριο ανακοίνωσε νέα μέτρα, κατηγορώντας το WhatsApp ότι εξακολουθεί να παραβιάζει τη ρωσική νομοθεσία και ότι χρησιμοποιείται για οργάνωση εγκληματικών και τρομοκρατικών ενεργειών.
Η απάντηση της Meta
Η Meta έχει ήδη χαρακτηριστεί «εξτρεμιστική οργάνωση» στη Ρωσία. Σε ανακοίνωσή της, η εταιρεία κατηγόρησε τη ρωσική κυβέρνηση ότι επιδιώκει να εξαναγκάσει τους πολίτες να μετακινηθούν σε κρατική εφαρμογή επικοινωνίας.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι ο πλήρης αποκλεισμός απομονώνει πάνω από 100 εκατομμύρια χρήστες από «ιδιωτική και ασφαλή επικοινωνία», προσθέτοντας ότι το μέτρο ενδέχεται να οδηγήσει σε χαμηλότερο επίπεδο ασφάλειας για τους πολίτες.
Ευρύτερη στρατηγική ελέγχου
Ο αποκλεισμός του WhatsApp εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ρωσίας να ενισχύσει τον κρατικό έλεγχο στις ψηφιακές υποδομές επικοινωνίας, ιδιαίτερα σε περίοδο πολέμου και αυξημένης γεωπολιτικής έντασης.
Πλατφόρμες όπως Facebook, Instagram, Snapchat και YouTube έχουν επίσης περιοριστεί ή μπλοκαριστεί, ενώ ακόμη και το Telegram τελεί υπό πίεση από τις αρχές.
Ρωσικά δικαστήρια έχουν επιβάλει επανειλημμένα πρόστιμα στο WhatsApp, κατηγορώντας το ότι δεν διέγραψε απαγορευμένο περιεχόμενο και ότι δεν διατηρεί τοπικό γραφείο εκπροσώπησης στη Ρωσία, όπως απαιτεί η νομοθεσία.
Η υπόθεση αναδεικνύει το αυξανόμενο ρήγμα μεταξύ κρατικών αρχών και διεθνών τεχνολογικών κολοσσών, καθώς και τη μετατόπιση προς εθνικά, κρατικά ελεγχόμενα οικοσυστήματα ψηφιακής επικοινωνίας.