Το ενδεχόμενο να κηρύξει το τέλος του πολέμου με το Ιράν συζητεί ο Ντόναλντ Τραμπ με στενούς συνεργάτες του, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal. Την ίδια ώρα, το Πεντάγωνο παρατείνει στρατιωτικές αποστολές στη Μέση Ανατολή έως το 2027, διατηρώντας τη δυνατότητα νέων επιχειρήσεων.
Πρόκειται για πληροφορίες σχετικά με εσωτερικές συζητήσεις στην Ουάσιγκτον, όχι για ανακοίνωση λήξης των εχθροπραξιών ή συμφωνία με την Τεχεράνη. Το Anadolu, μεταφέροντας το ρεπορτάζ της WSJ, αναφέρει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος βλέπει θετικά αυτή την επιλογή και θεωρεί πως η οικονομική πίεση μπορεί να οδηγήσει το Ιράν σε εγκατάλειψη του πυρηνικού του προγράμματος.
- Η πληροφορία αφορά εξεταζόμενη κήρυξη τέλους του πολέμου, όχι επίσημη απόφαση.
- Η WSJ αναφέρει παράταση αμερικανικών αποστολών έως το 2027.
- Κυρώσεις, στρατιωτική παρουσία και ναυτικός αποκλεισμός είναι διαφορετικά εργαλεία πίεσης.
- Η ουσιαστική αποκλιμάκωση θα κριθεί από τις επιχειρήσεις και τις αποφάσεις των δύο πλευρών.
Το Πεντάγωνο κρατά ανοικτές τις στρατιωτικές επιλογές
Σύμφωνα με τη WSJ, όπως καταγράφει και η Jerusalem Post, ο επικεφαλής του Πενταγώνου Πιτ Χέγκσεθ παρατείνει αποστολές πληρωμάτων πολεμικών πλοίων, μονάδων αεράμυνας και αλεξιπτωτιστών. Το δημοσίευμα τοποθετεί την αμερικανική παρουσία στην περιοχή περίπου στους 50.000 στρατιωτικούς και στα 19 πολεμικά πλοία.
Η ίδια κάλυψη επισημαίνει το κόστος της παρατεταμένης ανάπτυξης για προσωπικό και εξοπλισμό. Ειδικά για το προσωπικό αεράμυνας του Στρατού, αναφέρει επιμήκυνση αποστολών από εννέα σε δώδεκα μήνες, επικαλούμενη πηγή με γνώση του θέματος.
Η οικονομική πίεση έχει ήδη δικό της επιχειρησιακό σχέδιο
Το σκέλος των κυρώσεων δεν αποτελεί απλώς σενάριο του δημοσιεύματος. Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε στις 24 Αυγούστου την Operation Economic Outcast, περιγράφοντάς την ως συντονισμένη εκστρατεία κατά των οικονομικών δικτύων που στηρίζουν το ιρανικό καθεστώς.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρουσίασε ως στόχο την αποκοπή των χρηματοοικονομικών διασυνδέσεων της Τεχεράνης. Η επίσημη ανακοίνωση εστιάζει στα δίκτυα διακίνησης πετρελαίου, παράκαμψης κυρώσεων και χρηματοδότησης. Αυτό τεκμηριώνει την αμερικανική στρατηγική, όχι την επιτυχία της ούτε επικείμενη κατάρρευση του Ιράν.
Γιατί μια δήλωση τέλους δεν αρκεί για να τελειώσει η σύγκρουση
Ο ναυτικός αποκλεισμός αποτελεί ξεχωριστό μέτωπο. Η CENTCOM είχε ανακοινώσει στις 13 Ιουλίου την επανέναρξή του από την επόμενη ημέρα, με αντικείμενο τη θαλάσσια κίνηση προς και από ιρανικά λιμάνια και παράκτιες περιοχές. Η ανακοίνωση διευκρίνιζε ότι υποστηρίζεται η διέλευση πλοίων που δεν παραβιάζουν τον αποκλεισμό.
Συνεπώς, μια ενδεχόμενη πολιτική δήλωση για το τέλος του πολέμου δεν απαντά αυτομάτως σε τρία κρίσιμα ερωτήματα: αν σταματούν τα πλήγματα, αν αλλάζουν οι κανόνες του αποκλεισμού και αν υπάρχει συμφωνία που δεσμεύει και το Ιράν. Η διατήρηση δυνάμεων μπορεί να λειτουργεί ως αποτροπή, αλλά διατηρεί επίσης διαθέσιμη την επιλογή κλιμάκωσης.
Η συζήτηση διεξάγεται ενώ η ένταση παραμένει ενεργή. Τα ξημερώματα της 3ης Σεπτεμβρίου, ο στρατός του Κουβέιτ ανακοίνωσε ότι η αεράμυνα αντιμετώπιζε πυραύλους και drones, αποδίδοντας την επίθεση στο Ιράν. Το σχετικό ρεπορτάζ του Strategist καταγράφει την επίσημη ενημέρωση και ξεχωρίζει τις αναχαιτίσεις από τους μη επιβεβαιωμένους ισχυρισμούς για πλήγματα σε βάσεις.
Το κρίσιμο νέο είναι ότι εξετάζεται διαφορετικός τρόπος συνέχισης της πίεσης, όχι ότι έχει ήδη επιστρέψει η ειρήνη. Για την ασφάλεια στον Κόλπο και τη ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ, το ουσιαστικό τεστ θα είναι όσα αλλάξουν στις επιχειρήσεις και στη συμπεριφορά των δύο πλευρών μετά τις δηλώσεις.