Η συμφωνία ΗΠΑ – Ρωσίας για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά μπορεί να αποδειχθεί επωφελής για εκατομμύρια καταναλωτές, εφόσον οδηγήσει σε αύξηση της προσφοράς και αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων. Σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κάθε εξέλιξη που μπορεί να συμβάλει στη μείωσή του είναι καλοδεχούμενη.
Η συμφωνία αναδεικνύει, παράλληλα, μια ουσιαστική παράμετρο: ακόμη και ανάμεσα σε χώρες που βρίσκονται σε βαθιά πολιτική και γεωπολιτική αντιπαράθεση, η συνεννόηση είναι εφικτή όταν υπάρχει βούληση να εξυπηρετηθούν κοινά συμφέροντα. Και αν αυτή η συνεννόηση μπορεί να αποφέρει οικονομικά οφέλη, τότε γιατί να μην αποτελέσει την αφετηρία για κάτι πολύ σημαντικότερο; Την επίτευξη δηλαδή μιας συμφωνίας ειρήνης στην Ουκρανία.
Ο τερματισμός του πολέμου θα αποτελούσε πρωτίστως ανακούφιση για τους λαούς της Ουκρανίας και της Ρωσίας, αλλά θα μπορούσε παράλληλα να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάκαμψη των ευρωπαϊκών οικονομιών. Η αποκλιμάκωση των ενεργειακών πιέσεων, η αποκατάσταση της οικονομικής εμπιστοσύνης και η ενίσχυση του εμπορίου θα δημιουργούσαν ευνοϊκότερες συνθήκες ανάπτυξης. Κυρίως, θα έδιναν ανάσες στους Ευρωπαίους πολίτες, οι οποίοι δυσφορούν βλέποντας το κόστος ζωής να παραμένει υψηλό και την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται.
Ίσως έφθασε η ώρα η Ευρώπη να επανεξετάσει τις προτεραιότητές της. Αντί να επικεντρώνεται στη συνεχή στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας και στην αδιέξοδη αντιπαράθεση με τη Ρωσία, θα ήταν προτιμότερο επενδύσει πιο αποφασιστικά στη διπλωματία και στην αναζήτηση μιας βιώσιμης ειρηνευτικής λύσης. Αυτό προϋποθέτει να ασκήσει πιέσεις και στην ουκρανική ηγεσία ώστε να επιδείξει τον αναγκαίο ρεαλισμό και να εξετάσει με πραγματισμό τις δυνατότητες επίτευξης συμφωνίας. Η ειρήνη απαιτεί συμβιβασμούς και δύσκολες αποφάσεις από όλες τις πλευρές. Δεν μπορεί να εξαρτάται από την προσήλωση σε στόχους που ενδέχεται να καθιστούν δυσκολότερη την εξεύρεση μιας αποδεκτής λύσης. Η Ευρώπη έχει κάθε λόγο να αναλάβει ενεργότερο ρόλο στην προώθηση μιας συμφωνίας που θα σταματήσει την αιματοχυσία και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια σταθερότερη ειρήνη.
Είναι πλέον πασιφανές ότι οι συνέπειες του πολέμου δεν περιορίζονται στο πεδίο των μαχών. Επιβαρύνουν τις οικονομίες, τροφοδοτούν την αβεβαιότητα και επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Βέβαια, μια ειρηνευτική συμφωνία δεν θα έλυνε αυτομάτως όλα τα οικονομικά προβλήματα της Ευρώπης, θα αποτελούσε όμως ένα σημαντικό βήμα για την αποκλιμάκωση των πιέσεων και την αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας.
Η ειρήνη συμφέρει. Και η Ευρώπη, αντί να παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική της διαρκούς στρατιωτικής αντιπαράθεσης, οφείλει να αναζητήσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τον δρόμο της διπλωματικής λύσης. Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η διαιώνιση του πολέμου, αλλά ο τερματισμός του, προς όφελος των εμπόλεμων πλευρών, των Ευρωπαίων και των οικονομιών που δοκιμάζονται από τις συνέπειές του. Υπό αυτό το φακό, η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν είναι μια θετική εξέλιξη που δημιουργεί προοπτικές…
Ω.