Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ επανέφερε με οξύτητα ένα ερώτημα που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες απέφευγαν επί χρόνια: πόσο ασφαλής είναι η πρόσδεση της Ευρώπης σε μια Ουάσιγκτον που αλλάζει προτεραιότητες ανάλογα με τις δικές της ανάγκες; Όταν οι ΗΠΑ ανατρέπουν επιλογές τις οποίες οι σύμμαχοί τους κλήθηκαν να στηρίξουν και να πληρώσουν, η συζήτηση για ευρωπαϊκή αυτονομία αποκτά επείγοντα χαρακτήρα.
Έστω και καθυστερημένα, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι τα αμερικανικά συμφέροντα δεν αποτελούν αυτονόητες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις. Αυτή όμως, είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή βρίσκεται στο ερώτημα ποια είναι τελικά τα συμφέροντα της Ευρώπης. Γιατί μπορεί κανείς να χαράζει απολύτως ανεξάρτητα μια απολύτως αδιέξοδη πορεία. Μ’ άλλα λόγια, δεν αρκεί οι αποφάσεις να λαμβάνονται στις Βρυξέλλες. Πρέπει και να υπηρετούν την ευημερία των ευρωπαϊκών λαών. Στην πράξη αυτό σημαίνει προσιτή ενέργεια, αξιοπρεπείς μισθούς, στέγη, ανάπτυξη και ασφάλεια. Οι διακηρύξεις περί «ισχυρής Ευρώπης» ηχούν κενές όταν οι πολίτες της αισθάνονται ολοένα και πιο αδύναμοι.
Στο Ουκρανικό, η αντίφαση γίνεται εκκωφαντική. Οι Βρυξέλλες επιμένουν στην ίδια συνταγή: περισσότερες κυρώσεις, περισσότερα κονδύλια, περισσότερη στρατιωτική στήριξη. Μετά τη συμφωνία για το ντίζελ, αντί άλλων σκέψεων, επανέλαβαν την ανάγκη ενίσχυσης της πίεσης προς τη Μόσχα. Οφείλουν όμως, να εξηγήσουν ποια συγκεκριμένη διέξοδο ανοίγει αυτή η πολιτική. Η επανάληψη μιας συνταγής δεν αποδεικνύει την αποτελεσματικότητά της. Και η άρνηση επανεξέτασής της δεν συνιστά πολιτική πυγμή.
Οι εξοπλισμοί και τα δισεκατομμύρια δεν μπορούν να υποκαθιστούν επ’ αόριστον τη διπλωματία. Αν η στρατηγική εξαντλείται στη συνέχιση της σύγκρουσης μέχρι να αλλάξουν οι συσχετισμοί, ας ειπωθεί τουλάχιστον ποιος θα πληρώνει, για πόσο και με ποιο προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Οι συνεχείς κυρώσεις, η επικίνδυνη αντιπαράθεση και οι εξοπλισμοί δεν λύγισαν τη Μόσχα. Αντίθετα, αυτοί που λυγίζουν κάτω από το τεράστιο βάρος αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι οι ευρωπαίοι πολίτες.
Αντί κομπάρσος, η Ευρώπη όφειλε να πρωταγωνιστεί σε μια ουσιαστική ειρηνευτική προσπάθεια, με στόχο μια συμφωνία με διάρκεια και εγγυήσεις ασφάλειας. Διότι στο τέλος της ημέρας δεν διακυβεύεται απλώς το μέλλον της Ουκρανίας, αλλά επί της ουσίας και το δικό της…
Την ίδια ώρα, οι κινητοποιήσεις σε Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία και Πορτογαλία αναδεικνύουν την κοινωνική πίεση από την ακρίβεια, τη στέγαση και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Δεν έχουν όλες κοινά αιτήματα ή ενιαία θέση για την Ουκρανία. Στέλνουν όμως, ένα σαφές μήνυμα: οι αντοχές των κοινωνιών εξαντλούνται. Όταν για τις κοινωνικές ανάγκες προβάλλονται δημοσιονομικά όρια, οι νέες στρατιωτικές δεσμεύσεις απαιτούν πειστικές εξηγήσεις.
Οι Βρυξέλλες μοιάζουν να μην καταλαβαίνουν. Περιμένουν από τους πολίτες να προσαρμόσουν τις ανάγκες τους στις αποφάσεις της εξουσίας, αντί να προσαρμόσουν την πολιτική στις ανάγκες των πολιτών. Αυτή η πολιτική κώφωση βαθαίνει το χάσμα εμπιστοσύνης.
Ναι, η Ευρώπη χρειάζεται ανεξάρτητη πορεία. Αλλά η πορεία κρίνεται από τον προορισμό της. Το ζητούμενο δεν είναι να φτάσουμε στον γκρεμό με ευρωπαϊκή σημαία, αλλά να αλλάξουμε δρόμο όσο υπάρχει ακόμη χρόνος.
Ω.