Η Λατινική Αμερική δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί «πίσω αυλή» των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά τις διακηρύξεις περί δημοκρατίας, ελευθερίας και διεθνούς δικαίου, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την περιοχή ως γεωπολιτικό χώρο επιρροής, όπου η σταθερότητα μετριέται όχι με όρους κυριαρχίας των λαών, αλλά με όρους εξυπηρέτησης αμερικανικών συμφερόντων.
Το πρόσφατο παράδειγμα της Βενεζουέλας είναι ενδεικτικό. Η αλλαγή ισορροπιών εξουσίας, οι παρεμβάσεις σε πολιτικό επίπεδο και η σταδιακή επαναφορά της χώρας στην «αμερικανική τροχιά» δείχνουν ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται πλέον πάντα πραξικοπήματα και στρατιωτικές εισβολές για να επιβάλουν τη βούλησή τους. Οι μηχανισμοί έχουν εξελιχθεί. Οικονομικές κυρώσεις, πολιτική πίεση, χειραγώγηση ελίτ και «ελεγχόμενες» μεταβάσεις εξουσίας αποτελούν πλέον τα βασικά εργαλεία.
Η περίπτωση της Κούβας αποκαλύπτει μια άλλη πτυχή αυτής της στρατηγικής. Ένας παρατεταμένος οικονομικός αποκλεισμός, που διαρκεί δεκαετίες, δεν είναι απλώς μια πολιτική επιλογή. Είναι ένα μέσο ασφυξίας. Οι ελλείψεις καυσίμων, η οικονομική πίεση και η απομόνωση δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η εσωτερική αποσταθεροποίηση καθίσταται πιθανή. Και όταν αυτό δεν αρκεί, ενεργοποιούνται σενάρια «εσωτερικών ρωγμών» και πολιτικών διαπραγματεύσεων που στόχο έχουν την αναδιάταξη της εξουσίας.
Στην Κολομβία, η εικόνα είναι πιο σύνθετη αλλά εξίσου αποκαλυπτική. Παρά την εκλογή ενός προέδρου που επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από την παραδοσιακή φιλοαμερικανική γραμμή, η χώρα παραμένει βαθιά ενταγμένη στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Η στρατιωτική συνεργασία, η εμπλοκή σε διεθνείς συγκρούσεις και η άμεση ή έμμεση επιρροή σε κρίσιμες αποφάσεις δείχνουν ότι η «ανεξαρτησία» έχει σαφή όρια.
Η Βραζιλία αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο πεδίο. Ως περιφερειακή δύναμη και βασικός παίκτης των BRICS, μπορεί να λειτουργήσει είτε ως αντίβαρο είτε ως συμπλήρωμα της αμερικανικής ισχύος. Η εναλλαγή ηγεσιών μεταξύ Λούλα και Μπολσονάρο δεν είναι απλώς εσωτερική υπόθεση. Αντανακλά τη σύγκρουση δύο διαφορετικών γεωπολιτικών κατευθύνσεων: της πολυπολικότητας και της ευθυγράμμισης με τη Δύση. Και σε αυτό το πεδίο, οι ΗΠΑ δεν είναι απλοί παρατηρητές.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν επιρροή. Αυτό είναι δεδομένο για κάθε μεγάλη δύναμη. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο το πράττουν. Και εδώ η εικόνα είναι σαφής: από τις παλιές στρατιωτικές επεμβάσεις και τις δικτατορίες του 20ού αιώνα, έχουμε περάσει σε μια πιο «εκλεπτυσμένη» μορφή παρέμβασης. Μια μορφή που διατηρεί το αποτέλεσμα, αλλά αλλάζει τη μέθοδο. (Βέβαια, όταν κρίνεται αναγκαίο, οι ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ μπορούν να δράσουν αστραπιαία και με «ταχυδακτυλουργικό» να επιβάλουν τη θέληση τους).
Σε αυτή τη νέα φάση, η επιρροή δεν επιβάλλεται μόνο με όπλα, αλλά με οικονομικά εργαλεία, ενεργειακές εξαρτήσεις, πληροφοριακό πόλεμο και έλεγχο των ελίτ. Η πολιτική σταθερότητα σε πολλές χώρες της περιοχής εξαρτάται πλέον από εξωτερικές ισορροπίες, ενώ η έννοια της «κυριαρχίας» γίνεται όλο και πιο σχετική. Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο: δημοκρατίες που λειτουργούν υπό επιτήρηση και κυβερνήσεις που καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη λαϊκή εντολή και στις γεωπολιτικές πιέσεις.
Η Λατινική Αμερική βρίσκεται σήμερα σε ένα σταυροδρόμι. Από τη μία, η ιστορική εμπειρία εξάρτησης και παρεμβάσεων. Από την άλλη, η προοπτική μιας πιο αυτόνομης πορείας μέσα από νέες συμμαχίες και περιφερειακές συνεργασίες. Το αν θα καταφέρει να απεγκλωβιστεί από τη διαχρονική σκιά της Ουάσιγκτον, παραμένει ανοιχτό.
Το βέβαιο είναι ένα: οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν εύκολα μια περιοχή που θεωρούν ζωτικής σημασίας. Και όπως δείχνουν τα γεγονότα, είναι διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμο μέσο για να διατηρήσουν τον έλεγχο.
Ω.