Ένας εργαζόμενος δέχεται μήνυμα από τον διευθύνοντα σύμβουλο για μια εμπιστευτική συναλλαγή. Ακολουθεί τηλεφωνική ή βιντεοκλήση που φαίνεται να επιβεβαιώνει την ταυτότητα του στελέχους και, στη συνέχεια, επικοινωνία με έναν υποτιθέμενο δικηγόρο. Στο τέλος έρχεται η εντολή για ένα μεγάλο έμβασμα.
- Το πρώτο βήμα ήταν ένα πειστικό εταιρικό μήνυμα
- Η φωνή του διευθυντή και ο «δικηγόρος» που επιβεβαίωνε τη συναλλαγή
- Νοσοκομεία, τράπεζα και fintech ανάμεσα στα φερόμενα θύματα
- Η απόπειρα που σταμάτησε το back office
- Η διαδρομή των χρημάτων και οι συλλήψεις
- Τι μπορεί να κρατήσει μια επιχείρηση από την υπόθεση
Αυτός είναι ο μηχανισμός που περιγράφει η ομοσπονδιακή εισαγγελία της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης σε υπόθεση φερόμενης διεθνούς απάτης περίπου $129 εκατ. Τρεις άνδρες κατηγορούνται ότι, μαζί με συνεργούς, χρησιμοποιούσαν τεχνητή νοημοσύνη για να μιμούνται φωνές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την εικόνα πραγματικών εταιρικών στελεχών, ενώ υποδύονταν και δικηγόρους μεγάλων γραφείων.
Η υπόθεση παρουσιάστηκε σε ανακοίνωση του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης στις 5 Νοεμβρίου 2026. Οι περιγραφές της φερόμενης δράσης αποτελούν ισχυρισμούς του κατηγορητηρίου. Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους.
Το πρώτο βήμα ήταν ένα πειστικό εταιρικό μήνυμα
Το κατηγορητήριο τοποθετεί τη φερόμενη δράση τουλάχιστον από περίπου τον Ιούλιο του 2024 έως τον Φεβρουάριο του 2026. Αναφέρει ότι στοχοποιήθηκαν χιλιάδες επιχειρήσεις διεθνώς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες υπέστησαν οικονομική ζημιά.
Στο επίκεντρο βρίσκονταν εργαζόμενοι σε λογιστικά τμήματα, οι οποίοι διέθεταν την αρμοδιότητα να εγκρίνουν μεγάλες τραπεζικές μεταφορές. Η επικοινωνία φέρεται να ξεκινούσε συνήθως με ηλεκτρονικό μήνυμα μέσω υπηρεσίας ηλεκτρονικής υπογραφής, όπως η DocuSign, που παρουσιαζόταν ως μήνυμα του διευθύνοντος συμβούλου. Η αναφορά στην υπηρεσία αφορά τη μέθοδο επικοινωνίας που περιγράφει η δικογραφία και δεν αποτελεί καταγγελία εμπλοκής του νόμιμου παρόχου.
Ο εργαζόμενος καλούνταν να βοηθήσει σε μια απόρρητη οικονομική συναλλαγή, να υπογράψει συμφωνία εμπιστευτικότητας και να επικοινωνήσει με έναν υποτιθέμενο νομικό εκπρόσωπο. Το σενάριο δημιουργούσε έτσι μια φαινομενικά κανονική εταιρική διαδικασία πριν ζητηθούν χρήματα.
Η φωνή του διευθυντή και ο «δικηγόρος» που επιβεβαίωνε τη συναλλαγή
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στις κλήσεις χρησιμοποιούνταν AI για τη μίμηση της φωνής και, κατά περίπτωση, της εικόνας του διευθύνοντος συμβούλου. Ο υποτιθέμενος διευθυντής παρέπεμπε τον εργαζόμενο σε έναν δικηγόρο, ο οποίος εμφανιζόταν να χειρίζεται τη συναλλαγή.
Και αυτή η δεύτερη ταυτότητα φέρεται να ήταν πλαστή. Οι δράστες κατηγορούνται ότι χρησιμοποιούσαν ονόματα πραγματικών δικηγόρων, συχνά από ευρωπαϊκά γραφεία μεγάλων διεθνών δικηγορικών εταιρειών. Ο «δικηγόρος» παρουσίαζε μια σημαντική συναλλαγή, συχνά εξαγορά, και έδινε τις οδηγίες για το έμβασμα.
Κρίσιμο στοιχείο ήταν η απαίτηση εχεμύθειας. Στο κατηγορητήριο περιγράφεται χειρόγραφο σενάριο με επιχειρήματα για εμπιστευτικότητα και ζητήματα χρηματιστηριακής πληροφόρησης, ώστε ο εργαζόμενος να αποφεύγει να συζητήσει την υπόθεση με συναδέλφους. Η υποτιθέμενη μυστικότητα περιόριζε έτσι την πιθανότητα εσωτερικής διασταύρωσης.
Νοσοκομεία, τράπεζα και fintech ανάμεσα στα φερόμενα θύματα
Οι αμερικανικές αρχές αποδίδουν στο σχήμα φερόμενες απώλειες περίπου $129 εκατ. Ανάμεσα στα συγκεκριμένα παραδείγματα της δικογραφίας περιλαμβάνονται:
| Οργανισμός | Φερόμενο ποσό απώλειας σε δολάρια ΗΠΑ |
|---|---|
| Νοσοκομειακό σύστημα στο Μιζούρι | $4.829.580 |
| Τράπεζα στο Ρόουντ Άιλαντ | $2.684.580 |
| Νοσοκομειακό σύστημα στην Καλιφόρνια | $2.968.497 |
| Εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας στο Ηνωμένο Βασίλειο | $11.578.474 |
| Εταιρεία αμοιβαίων κεφαλαίων στη Μασαχουσέτη | Περίπου $4,64 εκατ. |
| Εταιρεία τροφών για κατοικίδια στη Φλόριντα | $5.242.747 |
Τα ποσά του πίνακα αφορούν ενδεικτικές περιπτώσεις και δεν αποτελούν πλήρη ανάλυση του συνολικού ποσού της υπόθεσης.
Η απόπειρα που σταμάτησε το back office
Η δικογραφία περιγράφει και μια διαφορετική έκβαση. Τον Οκτώβριο του 2024, οι κατηγορούμενοι και συνεργοί τους φέρονται να επιχείρησαν να αποσπάσουν περίπου $2.849.000 από μεγάλη επενδυτική τράπεζα με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Παρότι, κατά το κατηγορητήριο, ο εργαζόμενος είχε πειστεί να εγκρίνει τη μεταφορά, το back office της τράπεζας εμπόδισε την αποστολή. Το ποσό αυτό αφορά αποτραπείσα μεταφορά και δεν πρέπει να συγχέεται με τις επιτυχημένες αφαιρέσεις χρημάτων που καταγγέλλονται.
Η διαδρομή των χρημάτων και οι συλλήψεις
Οι πληρωμές φέρονται να κατευθύνονταν σε λογαριασμούς που ελέγχονταν από μέλη του σχήματος σε διάφορες χώρες, μεταξύ άλλων στις ΗΠΑ, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σιγκαπούρη, την Αυστρία, τη Σλοβακία και την Κίνα. Η αναφορά στην Ελλάδα αφορά τη διαδρομή λογαριασμών και δεν προσδιορίζει από μόνη της ελληνική επιχείρηση ως θύμα.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις αρχές, τα χρήματα μετατρέπονταν σε κρυπτονομίσματα, με σκοπό την απόκρυψη της προέλευσης, της ιδιοκτησίας και του ελέγχου τους.
Οι κατηγορούμενοι είναι οι Jacob Soall, 41 ετών, Sharon Hazan, 54 ετών, και Guy Sheetrit, 42 ετών, με τις ηλικίες που αναφέρονται στην ανακοίνωση. Ο Soall συνελήφθη στην Ισπανία στις 17 Ιουνίου 2026, ο Hazan επίσης στην Ισπανία στις 5 Αυγούστου και ο Sheetrit στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 7 Σεπτεμβρίου. Κατά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης εκκρεμούσαν αιτήματα έκδοσής τους.
Ο Soall φέρεται να υποδυόταν κυρίως δικηγόρους από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στους Hazan και Sheetrit αποδίδονται, μεταξύ άλλων, ρόλοι στη νομιμοποίηση των εσόδων.
Κάθε κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επτά κατηγορίες που αφορούν απάτη μέσω ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συνωμοσία, διακεκριμένη κλοπή ταυτότητας και νομιμοποίηση εσόδων. Η ανακοίνωση αναφέρει ανώτατες προβλεπόμενες ποινές 20 ετών για καθεμία από τις πέντε κατηγορίες απάτης ή νομιμοποίησης και δύο ετών για καθεμία από τις δύο κατηγορίες κλοπής ταυτότητας. Αυτά είναι νομοθετικά ανώτατα όρια, όχι επιβληθείσες ποινές.
Τι μπορεί να κρατήσει μια επιχείρηση από την υπόθεση
Ως πρακτικό συμπέρασμα από τον περιγραφόμενο μηχανισμό, η προστασία μιας πληρωμής χρειάζεται να στηρίζεται σε διαδικασία επιβεβαίωσης και όχι μόνο στην αναγνώριση μιας φωνής ή ενός προσώπου στην οθόνη.
Το FBI, σε οδηγίες του για τις απάτες με generative AI, συνιστά την ανεξάρτητη εξακρίβωση της ταυτότητας του καλούντος: διακοπή της επικοινωνίας και νέα κλήση σε επαληθευμένο αριθμό του προσώπου ή του οργανισμού. Προειδοποιεί επίσης ότι συνθετικό βίντεο μπορεί να χρησιμοποιείται σε συνομιλίες πραγματικού χρόνου.
Για μια εταιρεία, πρακτικές δικλίδες που προκύπτουν από αυτή τη λογική είναι η επιβεβαίωση ασυνήθιστων εντολών πληρωμής από ανεξάρτητο κανάλι, η δεύτερη εσωτερική έγκριση και η επαλήθευση νέων τραπεζικών στοιχείων. Η απαίτηση «μην το συζητήσεις με κανέναν» χρειάζεται ιδιαίτερο έλεγχο όταν συνοδεύεται από αίτημα μεταφοράς χρημάτων.
Οι παραπάνω επισημάνσεις αποτελούν πρακτική ανάλυση για τον έλεγχο εταιρικών πληρωμών. Δεν συνιστούν πρόσθετα ευρήματα της συγκεκριμένης δικογραφίας ή ισχυρισμό ότι υπάρχουν κυπριακά θύματα.