Σύγκλιση θέσεων για την οδηγία που αφορά τις πιστοποιημένες υπογραφές
Σε θετικό κλίμα και με ουσιαστικά αποτελέσματα ολοκληρώθηκε η συνάντηση του Συνδέσμου Ανάπτυξης Ακινήτων με τον Έφορο Φορολογίας, κ. Σωτήρη Μαρκίδη, κατά την οποία υπήρξε σύγκλιση θέσεων σε σχέση με την οδηγία που αφορά την πιστοποίηση υπογραφών σε συμβόλαια ακινήτων.
Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη, 10 Μαρτίου, συμμετείχαν ο Πρόεδρος του Συνδέσμου κ. Γιάννης Μισιρλής, ο Αντιπρόεδρος Σάββας Γεωργιάδης, καθώς και η Γενική Διευθύντρια κα. Μερσίνα Ισιδώρου.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου ανέδειξε τις επιπτώσεις που ενδέχεται να επιφέρει στην αγορά ακινήτων και στην ανταγωνιστικότητα της Κύπρου η οδηγία που τέθηκε σε εφαρμογή από 1η Ιανουαρίου 2026, σύμφωνα με την οποία, όλα τα συμβόλαια που υποβάλλονται για σκοπούς έκδοσης φοροαπαλλακτικών πιστοποιητικών – τα οποία απαιτούνται για τη μεταβίβαση, πώληση ή εκχώρηση ακινήτων – θα πρέπει να φέρουν πιστοποιημένες υπογραφές.
Όπως επισημάνθηκε, η εφαρμογή της οδηγίας δημιουργεί σημαντικές πρακτικές και νομικές δυσκολίες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις διεθνών συναλλαγών, καθώς η πιστοποίηση υπογραφών από κυπριακές διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό είναι συχνά δύσκολη και χρονοβόρα. Παράλληλα, εκφράστηκε ο προβληματισμός ότι η εφαρμογή της θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις στις συναλλαγές, αυξημένη γραφειοκρατία και πρόσθετο κόστος για πολίτες και επενδυτές.
Από την πλευρά του, ο Έφορος Φορολογίας εξέφρασε τη θετική του διάθεση για επανεξέταση του ζητήματος και για αναζήτηση των καταλληλότερων διαδικασιών και πρακτικών, με στόχο τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και τη δραστηριότητας του κλάδου. Παράλληλα, υπήρξε θετική ανταπόκριση στην πρόταση του Συνδέσμου όπως η κατάθεση του πωλητηρίου συμβολαίου στο Κτηματολόγιο, θεωρείται επαρκές στοιχείο για σκοπούς ελέγχου, χωρίς να απαιτείται πιστοποιημένη υπογραφή.
Ο Σύνδεσμος Ανάπτυξης Ακινήτων επαναβεβαίωσε την ετοιμότητά του να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση μιας εφαρμόσιμης διαδικασίας που θα διασφαλίζει τη νομιμότητα των συναλλαγών, χωρίς να δημιουργεί δυσανάλογα εμπόδια στη λειτουργία της αγοράς ακινήτων και στην επενδυτική δραστηριότητα.