Οι καταγγελίες που ήρθαν στο φως δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά μια σοβαρή δοκιμασία για την ίδια τη λειτουργία του κράτους δικαίου στην Κύπρο. Το ερώτημα που τίθεται είναι ξεκάθαρο και δεν επιδέχεται υπεκφυγές: μπορεί ένα σύστημα να διερευνήσει αποτελεσματικά τον εαυτό του, όταν τα πρόσωπα και οι θεσμοί που καλούνται να ερευνήσουν είναι οι ίδιοι που βρίσκονται στο επίκεντρο των καταγγελιών;
Η απάντηση είναι αρνητική. Και ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται εδώ και τώρα ο διορισμός μιας πραγματικά ανεξάρτητης εξεταστικής επιτροπής, με τη συμμετοχή και εποπτεία της GRECO, Jώστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία της διαδικασίας και να αρθεί κάθε σκιά. Διότι το ζήτημα δεν είναι μόνο η ουσία των καταγγελιών, αλλά και η εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους θεσμούς. Και αυτή έχει ήδη κλονιστεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αυτονόητο ότι οι θεσμοί και τα πρόσωπα που κατηγορούνται δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα και εξεταστές της υπόθεσης. Μια τέτοια πρακτική δεν συνιστά απλώς σύγκρουση συμφερόντων, αλλά ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε έννοια αντικειμενικότητας. Η Γενικη Εισαγγελία, η οποία φέρεται να εμπλέκεται σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν μπορεί να έχει ρόλο στη διερεύνηση. Όχι για λόγους εντυπώσεων, αλλά για λόγους ουσίας: η ανεξαρτησία της διαδικασίας είναι προϋπόθεση και όχι διαπραγματεύσιμο μέγεθος.
Η ανάγκη για εξωτερική εμπλοκή, ακόμη και με διορισμό ποινικών ανακριτών από το εξωτερικό, δεν αποτελεί υπερβολή αλλά αναγκαιότητα. Μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία μπορεί να διασφαλιστεί ότι η έρευνα δεν θα επηρεαστεί από εσωτερικές εξαρτήσεις, ισορροπίες και πιέσεις. Η κάθαρση, αν πρόκειται να είναι πραγματική, πρέπει να είναι και αδιαμφισβήτητη.
Την ίδια στιγμή, η παρούσα κρίση ίσως συνιστά και μια μοναδική πολιτική ευκαιρία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη δυνατότητα, για να μην πω την υποχρέωση, να μετατρέψει μια βαθιά θεσμική κρίση σε αφετηρία ανασύνταξης και ενίσχυσης της αξιοπιστίας του κράτους. Ο διορισμός μιας ανεξάρτητης επιτροπής, με σαφείς όρους εντολής και αξιοποίηση των πορισμάτων της, μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της ίδιας της Πολιτείας υπό μία βασική προϋπόθεση: να υπάρξει πραγματική βούληση για σύγκρουση με το σαθρό κατεστημένο. Διότι χωρίς αυτή τη σύγκρουση, χωρίς τη διάθεση να «σπάσουν αυγά», καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να έχει ουσία. Άρα το διακύβευμα δεν είναι μόνο η διερεύνηση συγκεκριμένων καταγγελιών, αλλά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Και αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με ημίμετρα ή εσωτερικές διαδικασίες που αφήνουν σκιές.
Η στιγμή είναι κρίσιμη και οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα καθορίσουν όχι μόνο την έκβαση της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά και το επίπεδο αξιοπιστίας του κράτους για τα επόμενα χρόνια. Η επιλογή είναι ξεκάθαρη: είτε μια πραγματική, ανεξάρτητη διερεύνηση με ξένους εμπειρογνώμονες που θα οδηγήσει σε κάθαρση, είτε η διαιώνιση μιας κρίσης που θα βαθαίνει την απαξίωση.
Ω.