Όσα περιγράφηκαν στο ΜΕΡΟΣ Α αποτυπώνουν τα προβλήματα όπως υφίστανται σήμερα: αποκλεισμούς, ανισότητες και ένα πλαίσιο εφαρμογής που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς τη συμβατότητά του με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Την ίδια στιγμή, όμως, βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για ένα νέο νομοσχέδιο που φιλοδοξεί να ρυθμίσει συνολικά το επάγγελμα της διατροφής στην Κύπρο. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν χρειάζεται ρύθμιση, αλλά αν το συγκεκριμένο νομοσχέδιο θα αντιμετωπίσει τα υφιστάμενα προβλήματα ή αν κινδυνεύει να τα «κλειδώσει» και να τα κάνει νόμο. Σε αυτό ακριβώς εστιάζει το ΜΕΡΟΣ Β.
Για παράδειγμα, συζητείται η καθιέρωση γενικών εξετάσεων εισόδου στο επάγγελμα. Μια τέτοια ρύθμιση εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τη συμβατότητά της με το ευρωπαϊκό δίκαιο, το οποίο βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας — ιδιαίτερα εάν η εφαρμογή και ο έλεγχός της ανατεθούν στο ίδιο όργανο που μέχρι σήμερα ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση ως προς το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Σύμφωνα με τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη σωστή διακυβέρνηση και τη χρηστή διοίκηση, τα όργανα που λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις οφείλουν να λειτουργούν με πλήρη ανεξαρτησία και διαφάνεια, καθώς ακόμη και η εμφάνιση σύγκρουσης συμφερόντων αρκεί για να κλονίσει την εμπιστοσύνη στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Υπάρχουν ξεκάθαροι μηχανισμοί ελέγχου; Υπάρχει περιοδική εναλλαγή όλων των μελών; Υπάρχουν σαφείς διαδικασίες για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων;
Το δεύτερο μέτωπο που έρχεται: “διατροφολόγοι” κάτω από το ίδιο καθεστώς
Ενώ τρέχει αυτή η ιστορία, ανοίγει και το δεύτερο – ακόμη πιο παράδοξο – κεφάλαιο: η προοπτική να ρυθμιστούν οι διατροφολόγοι.
Προς το παρόν, οι διατροφολόγοι (και όλοι οι υπόλοιποι τίτλοι στον τομέα της διατροφής, είτε αφορούν κλινική δουλειά είτε όχι) δεν αποτελούν ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Κύπρο και, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο περί ελεύθερης κυκλοφορίας επαγγελματιών, έχουν το δικαίωμα να ασκούν το αντικείμενο που έχουν σπουδάσει ή για το οποίο έχουν πιστοποιηθεί σε άλλο κράτος-μέλος, υπό τον δικό τους ακαδημαϊκό ή επαγγελματικό τίτλο. Αντίθετα, οι τίτλοι του διαιτολόγου και του κλινικού διαιτολόγου είναι κατοχυρωμένοι και υπάγονται αποκλειστικά στο αρμόδιο συμβούλιο, το οποίο δεν έχει αρμοδιότητα επί των διατροφολόγων ή άλλων επαγγελματιών διατροφής, είτε δραστηριοποιούνται σε κλινικό πλαίσιο είτε όχι.
Στην πράξη, ωστόσο, πολλοί διατροφολόγοι και άλλοι επαγγελματίες διατροφής έχουν οδηγηθεί να πιστεύουν ότι δεν μπορούν να ασκήσουν το αντικείμενο των σπουδών ή της επαγγελματικής τους κατάρτισης, παρότι αυτό δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία. Το μόνο που απαγορεύεται ρητά είναι η χρήση των προστατευμένων τίτλων του διαιτολόγου και του κλινικού διαιτολόγου, οι οποίοι είναι οι μόνοι που απολαμβάνουν συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί επαγγελματίες να αυτοπεριορίστηκαν λόγω έλλειψης σαφούς και ανεξάρτητης ενημέρωσης.
Έτσι, στην πράξη, μένoυν οι διατροφολόγοι χωρίς δικαιώματα και ταυτόχρονα με ακόμη περισσότερους περιορισμούς.
Το κρίσιμο σημείο, όπως τίθεται στο υπόμνημα, δεν είναι αν χρειάζεται ρύθμιση (πολλοί συμφωνούν ότι χρειάζεται). Είναι πώς θα γίνει:
- θα υπάρχει ανεξάρτητη εκπροσώπηση ή θα μπουν όλοι κάτω από ένα σχήμα που μπορεί να δημιουργεί (έστω ως αντίληψη) σύγκρουση συμφερόντων;
- θα υπάρχουν διαφανή κριτήρια εισόδου και ξεκάθαρες “οδηγίες παιχνιδιού”;
Είναι ευθύνη του Υπουργείου Υγείας να θέσει ξεκάθαρους και δίκαιους όρους για το κάθε επάγγελμα — όχι να μεταβιβάζει αυτή την αρμοδιότητα σε μια ανταγωνιστική επαγγελματική ομάδα. Η υπαγωγή των διατροφολόγων σε ρυθμιστικό όργανο που ελέγχεται ή επηρεάζεται από διαιτολόγους ενέχει σοβαρό κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων. Ακόμη και χωρίς καμία πρόθεση κατάχρησης, η συγκέντρωση ρυθμιστικής και επαγγελματικής ισχύος στο ίδιο όργανο δημιουργεί αντικειμενικό κίνδυνο περιορισμών και άνισης μεταχείρισης.
Γι’ αυτό και σε άλλα κράτη προκρίνεται η ρύθμιση των διατροφολόγων μέσω ανεξάρτητων δομών, ώστε να διασφαλίζονται η διαφάνεια, η αντικειμενικότητα και η ισότιμη πρόσβαση στο επάγγελμα. Διαφορετικά, δημιουργείται ένα δομικό ρίσκο όταν ρυθμιστής και αγορά “μπλέκονται” χωρίς δικλίδες.
Η ώρα της ευθύνης της κυβέρνησης
Τα βλέμματα στρέφονται πλέον στην κυβέρνηση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία έχει αναλάβει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οφείλει να δώσει το καλό παράδειγμα στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου. Η ευθύνη της αφορά τόσο την άμεση παρέμβαση στην υφιστάμενη κατάσταση όσο και τη διασφάλιση ότι οποιοδήποτε νέο νομικό πλαίσιο θα διαμορφωθεί και θα εφαρμοστεί πλήρως σύμφωνα με τις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου.
Η ευθύνη δεν είναι μόνο να νομοθετήσει, αλλά να εγγυηθεί δίκαιη, διαφανή και νόμιμη εφαρμογή.
Τι ζητά η κοινή λογική: 5 απαντήσεις που πρέπει να δοθούν δημόσια
- Ποια είναι τα ακριβή και δημοσιευμένα κριτήρια για εγγραφή (και ειδικά για “κλινική” κατηγορία);
- Όταν υπάρχει απόρριψη, δίνεται συγκεκριμένη αιτιολόγηση επί της ουσίας (όχι γενικόλογα);
- Υπάρχει καθαρή διαδικασία για εξωτερικά/ευρωπαϊκά προσόντα χωρίς να “σκοτώνεται” ο φάκελος σε ονομασίες τίτλων;
- Αν περάσει νέα ρύθμιση για διατροφολόγους, ποια θα είναι η δομή εποπτείας και οι δικλίδες για ανεξαρτησία/αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων;
- Πώς διασφαλίζεται ότι ο πολίτης θα έχει ασφάλεια, αλλά και ότι η αγορά δεν θα λειτουργεί με “άδειες δύο ταχυτήτων”;
Σημείωση δεοντολογίας & προστασίας δεδομένων
Το Strategist δεν δημοσιοποιεί στοιχεία που θα μπορούσαν να ταυτοποιήσουν τους ενδιαφερόμενους ή να εκθέσουν προσωπικά δεδομένα. Η παρουσίαση βασίζεται σε έγγραφα που τέθηκαν υπόψη μας και αποτυπώνει ισχυρισμούς/προβληματισμούς ως έχουν. Το Strategist είναι ανοικτό να ενσωματώσει επίσημες θέσεις/απαντήσεις από τους αρμόδιους φορείς, ώστε το θέμα να φωτιστεί πλήρως και με ισορροπία.
Διαβάστε εδώ το Μέρος Α της έρευνας