Η τεχνητή νοημοσύνη έχει παρουσιαστεί ως η τεχνολογία που μπορεί να αλλάξει την παραγωγικότητα, την εργασία και ολόκληρους κλάδους της οικονομίας. Πίσω όμως από κάθε νέα εφαρμογή ΑΙ υπάρχει μια λιγότερο εντυπωσιακή αλλά πολύ πιο χειροπιαστή ανάγκη: τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα μεγάλα κέντρα δεδομένων που φιλοξενούν και εκπαιδεύουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης καταναλώνουν ήδη σημαντικές ποσότητες ηλεκτρισμού. Καθώς οι επενδύσεις σε ΑΙ επιταχύνονται, το ενεργειακό τους αποτύπωμα γίνεται τόσο μεγάλο ώστε να επηρεάζει πλέον τον σχεδιασμό δικτύων, νέων μονάδων παραγωγής και ενεργειακών επενδύσεων.
Το μεγάλο οικονομικό ερώτημα είναι πλέον διαφορετικό: αν χρειάζονται δισεκατομμύρια για να ενισχυθούν τα δίκτυα και να δημιουργηθεί νέα παραγωγική ικανότητα, ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;
Η ΑΙ χρειάζεται πολύ περισσότερο από τσιπ
Η δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη επικεντρώνεται συνήθως στους επεξεργαστές, τα μοντέλα και τις τεχνολογικές εταιρείες.
Στην πραγματικότητα όμως, η επέκταση της ΑΙ προϋποθέτει μια τεράστια φυσική υποδομή.
Κέντρα δεδομένων, υποσταθμοί, γραμμές μεταφοράς, συστήματα ψύξης, εφεδρική παραγωγή, αποθήκευση ενέργειας και νέες πηγές ηλεκτροπαραγωγής αποτελούν πλέον μέρος της ίδιας επενδυτικής αλυσίδας.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξηθεί κατά 3,6% το 2026 και ακόμη περισσότερο, κατά 3,8%, το 2027. Μεταξύ των βασικών παραγόντων που ενισχύουν τη ζήτηση είναι ακριβώς η επέκταση των κέντρων δεδομένων.
Στις προηγμένες οικονομίες, όπου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είχε παραμείνει σχεδόν στάσιμη για περίπου 15 χρόνια, η ζήτηση έχει αρχίσει ξανά να αυξάνεται. Η ΑΙ, τα κέντρα δεδομένων, η ηλεκτροκίνηση και η γενικότερη ηλεκτροποίηση της οικονομίας βρίσκονται πίσω από αυτή τη μεταβολή.
Το δίκτυο γίνεται το νέο bottleneck
Το πρόβλημα δεν είναι πάντα ότι δεν υπάρχει αρκετή ηλεκτρική ενέργεια.
Σε πολλές περιπτώσεις, το πραγματικό εμπόδιο είναι ότι το δίκτυο δεν μπορεί να μεταφέρει αρκετή ισχύ στο σημείο όπου θέλει να εγκατασταθεί ένα μεγάλο κέντρο δεδομένων.
Η περίπτωση της βρετανικής Nscale είναι χαρακτηριστική. Σύμφωνα με το Reuters, η Microsoft ακύρωσε μίσθωση σε σχεδιαζόμενο κέντρο δεδομένων της εταιρείας στο Λάουτον, καθώς υπήρχαν καθυστερήσεις στη σύνδεσή του με το ηλεκτρικό δίκτυο και η απαιτούμενη ισχύς ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμη πριν από την επόμενη δεκαετία.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η περίπτωση της αυστραλιανής NextDC. Οι μετοχές της κατέρρευσαν σχεδόν 42% μετά την υποβάθμιση των προβλέψεων εσόδων της, με την εταιρεία να αποδίδει σημαντικό μέρος της καθυστέρησης σε προβλήματα στην αναβάθμιση της ηλεκτρικής υποδομής ενός μεγάλου κέντρου δεδομένων της.
Η ενέργεια επομένως εξελίσσεται από απλό λειτουργικό κόστος σε βασικό επιχειρηματικό κίνδυνο.
Η Ισπανία και η Πορτογαλία δείχνουν τι έρχεται
Η Ιβηρική Χερσόνησος αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα του πόσο γρήγορα η ΑΙ μπορεί να αλλάξει τον ενεργειακό χάρτη μιας χώρας.
Η Ισπανία και η Πορτογαλία προσελκύουν μεγάλες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, λόγω της ισχυρής ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της δυνατότητας πρόσβασης σε σχετικά ανταγωνιστικό ηλεκτρισμό.
Σύμφωνα με στοιχεία της Rystad Energy που επικαλείται το Reuters, το μερίδιο της Ιβηρικής στη συνολική ευρωπαϊκή δυναμικότητα κέντρων δεδομένων αναμένεται να αυξηθεί από 5,8% το 2025 σε 11,5% το 2030. Η δυναμικότητα της Ισπανίας προβλέπεται να τετραπλασιαστεί και να φθάσει τα 3,9 GW.
Παράλληλα όμως, οι επενδύσεις αυτές απαιτούν νέα δίκτυα, μπαταρίες και συστήματα αποθήκευσης, αιολικά, φωτοβολταϊκά και άλλες μορφές παραγωγής που μπορούν να προσφέρουν σταθερή ισχύ.
Με άλλα λόγια, ένα νέο κέντρο δεδομένων δεν αποτελεί απλώς τεχνολογική επένδυση. Μπορεί να απαιτήσει μια ολόκληρη παράλληλη ενεργειακή επένδυση.
Οι τεχνολογικές εταιρείες ή οι καταναλωτές;
Εδώ βρίσκεται και η πιο δύσκολη πολιτική και οικονομική συζήτηση.
Όταν χρειάζεται αναβάθμιση ενός ηλεκτρικού δικτύου για να εξυπηρετηθούν νέα κέντρα δεδομένων, υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα: πρέπει το κόστος να βαρύνει αποκλειστικά τις εταιρείες που δημιουργούν τη νέα ζήτηση ή να ενσωματώνεται σταδιακά στις γενικότερες χρεώσεις του δικτύου;
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου, αναγνωρίζει ρητά ότι η ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων δημιουργεί ζητήματα γύρω από την προσιτότητα της ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ασφάλεια και την κατανομή του κόστους.
Αν το κόστος μεγάλων αναβαθμίσεων μετακυλιστεί στους λογαριασμούς όλων των καταναλωτών, τότε νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις μπορεί έμμεσα να χρηματοδοτούν μέρος της υποδομής που απαιτεί η ΑΙ.
Αν αντίθετα το κόστος επιβαρύνει εξ ολοκλήρου τους operators των κέντρων δεδομένων, τότε αυξάνεται σημαντικά το κόστος των ίδιων των επενδύσεων.
Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.
Η νέα επενδυτική ευκαιρία ίσως δεν είναι η ΑΙ
Η μεγαλύτερη ειρωνεία του σημερινού επενδυτικού κύκλου είναι ότι οι μεγαλύτερες ευκαιρίες μπορεί να μην βρίσκονται μόνο στις εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνητή νοημοσύνη.
Μπορεί να βρίσκονται σε εκείνους που παρέχουν το ηλεκτρικό ρεύμα.
Δίκτυα, ενεργειακές υποδομές, αποθήκευση, μετασχηματιστές, υποσταθμοί και παραγωγή ηλεκτρισμού αποκτούν στρατηγική αξία.
Η Iberdrola, για παράδειγμα, ανακοίνωσε ότι αναμένει σημαντική αύξηση της αξίας των ρυθμιζόμενων δικτύων της έως το 2030, καθώς επενδύει όλο και περισσότερο σε υποδομές ηλεκτρισμού.
Παράλληλα, επιχειρήσεις στις ΗΠΑ εξετάζουν ακόμη και λύσεις παραγωγής ηλεκτρισμού εκτός δικτύου ώστε να τροφοδοτούν μεγάλα κέντρα δεδομένων χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τα υπάρχοντα συστήματα ηλεκτρισμού.
Η εποχή της ΑΙ μπορεί επομένως να εξελιχθεί και σε μια νέα μεγάλη εποχή ενεργειακών επενδύσεων.
Και η Κύπρος;
Για την Κύπρο το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η χώρα διαθέτει ένα μικρό και απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα, με περιορισμένη δυνατότητα να απορροφήσει ξαφνικά μεγάλα νέα φορτία χωρίς σημαντικές επενδύσεις.
Αν στο μέλλον η Κύπρος θέλει να προσελκύσει μεγάλα κέντρα δεδομένων ή άλλες ενεργοβόρες ψηφιακές επενδύσεις, η διαθεσιμότητα φθηνής και αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι πιθανότατα εξίσου σημαντική με τη φορολογία ή το επιχειρηματικό περιβάλλον.
Η ενεργειακή υποδομή μπορεί δηλαδή να εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας της ψηφιακής οικονομίας.
MoneyMatters Insight
Για χρόνια το μεγάλο ερώτημα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη ήταν ποια εταιρεία θα δημιουργήσει το καλύτερο μοντέλο.
Το επόμενο μεγάλο ερώτημα μπορεί να είναι πολύ πιο απλό: ποιος έχει αρκετό ρεύμα για να το λειτουργήσει.
Καθώς τα κέντρα δεδομένων πολλαπλασιάζονται, η ΑΙ μετατρέπεται σταδιακά από ψηφιακή επανάσταση σε τεράστιο έργο φυσικών υποδομών.
Και εκεί βρίσκεται ο πραγματικός οικονομικός λογαριασμός: στα δίκτυα, στις μονάδες παραγωγής, στις μπαταρίες και στα δισεκατομμύρια που θα χρειαστούν για να στηριχθεί η νέα εποχή της τεχνολογίας.
Το ποιος τελικά θα πληρώσει αυτόν τον λογαριασμό ίσως αποδειχθεί ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά ζητήματα της εποχής της ΑΙ.
The post AI: Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό; appeared first on moneymatters.cy.