Μία από τις μεγαλύτερες και πιο υποτιμημένες κρίσεις του 21ου αιώνα εξελίσσεται πλέον με ταχύτητα σε παγκόσμια κλίμακα: η κατάρρευση των γεννήσεων.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, περίπου το 71% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σήμερα σε χώρες όπου η γονιμότητα βρίσκεται κάτω από το όριο αναπλήρωσης των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα — δηλαδή κάτω από το επίπεδο που απαιτείται ώστε ένας πληθυσμός να διατηρεί σταθερό το μέγεθός του χωρίς μετανάστευση.
Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει ήδη τη δομή των κοινωνιών, τις οικονομίες, τις αγορές εργασίας και τα συνταξιοδοτικά συστήματα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Κίνα και η Ινδία αλλάζουν τον παγκόσμιο δημογραφικό χάρτη
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ακόμη και οι δύο πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου εμφανίζουν πλέον έντονη πτώση γεννήσεων.
Στην Κίνα, ο δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει περίπου στο 1 παιδί ανά γυναίκα, επίπεδο που θεωρείται εξαιρετικά χαμηλό και δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για τη μελλοντική πορεία της κινεζικής οικονομίας και του εργατικού δυναμικού.
Την ίδια στιγμή, και η Ινδία έχει πλέον πέσει κάτω από το όριο αναπλήρωσης, με τον δείκτη γονιμότητας να διαμορφώνεται στο 1,9.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιστορικής σημασίας, καθώς για δεκαετίες η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού βασιζόταν κυρίως στις ασιατικές οικονομίες.
Η Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τη βαθύτερη υπογεννητικότητα
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με ιδιαίτερα χαμηλή γονιμότητα, καθώς ο δείκτης γεννήσεων έχει υποχωρήσει στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα.
Το επίπεδο αυτό βρίσκεται πολύ κάτω από το όριο αναπλήρωσης και επιταχύνει τη γήρανση του πληθυσμού, τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και τις πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.
Αντίστοιχες τάσεις καταγράφονται σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, της Ανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.
Αντίθετα, οι υψηλότεροι δείκτες γονιμότητας παγκοσμίως εξακολουθούν να εντοπίζονται στην Υποσαχάρια Αφρική, με χώρες όπως το Τσαντ, η Σομαλία και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό να καταγράφουν τις υψηλότερες γεννήσεις ανά γυναίκα.
Από τις 5 γεννήσεις στο 2,2 μέσα σε λίγες δεκαετίες
Τα στοιχεία του ΟΗΕ δείχνουν ότι η πτώση είναι εντυπωσιακή σε ιστορικό επίπεδο.
Τη δεκαετία του 1960, ο παγκόσμιος μέσος όρος βρισκόταν περίπου στις 5 γεννήσεις ανά γυναίκα. Σήμερα έχει μειωθεί στο 2,2 — οριακά πάνω από το επίπεδο αναπλήρωσης.
Η τάση αυτή αναδιαμορφώνει ήδη τη μακροπρόθεσμη αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά και τις οικονομικές προοπτικές πολλών χωρών.
Η νέα παγκόσμια πρόκληση δεν είναι η υπερπληθυσμιακή έκρηξη
Για δεκαετίες, ο φόβος της υπερπληθυσμιακής έκρηξης κυριαρχούσε στις διεθνείς συζητήσεις.
Σήμερα όμως, ολοένα περισσότεροι αναλυτές θεωρούν ότι ο μεγαλύτερος μακροπρόθεσμος κίνδυνος είναι ακριβώς ο αντίθετος: η δημογραφική συρρίκνωση.
Πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες προσπαθούν ήδη να ενισχύσουν τις γεννήσεις μέσω επιδομάτων, φορολογικών κινήτρων και πολιτικών στήριξης οικογενειών, χωρίς μέχρι στιγμής θεαματικά αποτελέσματα.
Οι κοινωνικές αλλαγές, το υψηλό κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση, η ανασφάλεια εργασίας και η αλλαγή προτεραιοτήτων των νεότερων γενεών φαίνεται να επηρεάζουν βαθιά τη στάση απέναντι στην τεκνοποίηση.
Η υπογεννητικότητα εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους σημαντικότερους γεωοικονομικούς παράγοντες του 21ου αιώνα.
Δεν πρόκειται μόνο για κοινωνικό ή δημογραφικό ζήτημα. Πρόκειται για πρόβλημα ανάπτυξης, παραγωγικότητας, γεωπολιτικής ισχύος και βιωσιμότητας των κρατών.
Χώρες με γηράσκοντες πληθυσμούς θα δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να χρηματοδοτούν συντάξεις, να διατηρούν ισχυρή κατανάλωση και να στηρίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη.
Ταυτόχρονα, η ανισορροπία ανάμεσα σε περιοχές με ταχύτατη πληθυσμιακή αύξηση και άλλες με πληθυσμιακή κατάρρευση θα μεταβάλει τις μεταναστευτικές ροές, τις αγορές εργασίας και τις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος.
Η δημογραφία επιστρέφει στο επίκεντρο της οικονομίας — και αυτή τη φορά, η κρίση δεν αφορά τον υπερπληθυσμό αλλά την έλλειψη ανθρώπων.