Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού*
Η υπόθεση της Γροιλανδίας εξελίσσεται σε μια από τις πιο σύνθετες και αποκαλυπτικές γεωπολιτικές κρίσεις της σύγχρονης διατλαντικής ιστορίας. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφωνία σχετικά με ένα απομακρυσμένο αρκτικό έδαφος, αλλά για μια κρίση που αγγίζει τον πυρήνα της διεθνούς τάξης, της αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ και της ικανότητας της Ευρώπης να υπερασπιστεί βασικές αρχές κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας. Οι «ορέξεις» του Προέδρου των ΗΠΑ με την επέμβαση στη Βενεζουέλα την 3η Ιανουαρίου 2026, συνεχίζονται με τον πλέον δραματικό τρόπο και αγγίζουν πιο απτά το διαχρονικό του επιχείρημα για την απόκτηση του ελέγχου της Γροιλανδίας.
Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τραμπ έχει επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση την αξίωση ότι οι ΗΠΑ «χρειάζονται» τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας. Η επίσημη δήλωση του Λευκού Οίκου ότι εξετάζεται «ένα ευρύ φάσμα επιλογών» για την απόκτησή της, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης στρατιωτικής ισχύος, συνιστά μια σαφή ρήξη με τη μεταπολεμική λογική των συμμαχιών. Η απειλή ή έστω η δημόσια επίκληση βίας εναντίον εδάφους συμμάχου δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η Δύση ζητά από τρίτες χώρες να σέβονται το διεθνές δίκαιο.
Η αμερικανική επιχειρηματολογία εδράζεται στη στρατηγική σημασία της Αρκτικής. Η τήξη των πάγων καθιστά τη Γροιλανδία κόμβο νέων θαλάσσιων διαδρομών, στρατιωτικής επιτήρησης και πρόσβασης σε κρίσιμους φυσικούς πόρους, όπως είναι οι σπάνιες γαίες, ιδιαίτερα κρίσιμες στον τομέα των νέων τεχνολογιών. Η αυξανόμενη παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή ενισχύει τους φόβους της Ουάσιγκτον για απώλεια γεωστρατηγικού πλεονεκτήματος. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν ήδη στρατιωτική βάση στη Γροιλανδία υπονομεύει το επιχείρημα περί άμεσου κενού ασφάλειας και ενισχύει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια προσπάθεια πλήρους γεωπολιτικού ελέγχου.
Η αντίδραση της Δανία υπήρξε σφοδρή και ασυνήθιστα ευθεία. Η προειδοποίηση ότι μια μονομερής αμερικανική ενέργεια θα μπορούσε να σημάνει το τέλος του ΝΑΤΟ αποτυπώνει το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης. Για την Κοπεγχάγη, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η Γροιλανδία, αλλά η θεμελιώδης αρχή ότι οι σύμμαχοι δεν απειλούν ο ένας την κυριαρχία του άλλου. Η ευρωπαϊκή στάση αποκαλύπτει τόσο πρόθεση στήριξης όσο και δομική αδυναμία. Η κοινή δήλωση έξι ευρωπαϊκών κρατών υπέρ της Δανίας υπογράμμισε τη σημασία του διεθνούς δικαίου και της συλλογικής ασφάλειας, αλλά η απουσία μιας ενιαίας και αποφασιστικής ευρωπαϊκής γραμμής καταδεικνύει τον φόβο αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον. Η εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ σε τομείς όπως η στρατιωτική ισχύς, οι πληροφορίες και η διοίκηση περιορίζει την πολιτική της αυτονομία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η φωνή των ίδιων των Γροιλανδών. Παρότι πολλοί τάσσονται υπέρ της μελλοντικής ανεξαρτησίας από τη Δανία, η κοινωνία απορρίπτει σχεδόν καθολικά την προοπτική ένταξης στις ΗΠΑ. Οι διαδηλώσεις και οι δημόσιες παρεμβάσεις πολιτών αποκαλύπτουν τον φόβο ότι αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο στρατηγικής συναλλαγής και όχι ως λαός με δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Συνολικά, η κρίση της Γροιλανδίας λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα. Αναδεικνύει τα θεσμικά κενά του ΝΑΤΟ, τη στρατηγική ευαλωτότητα της Ευρώπης και τη μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής προς μια πιο ωμή λογική ισχύος. Πάνω απ’ όλα, θέτει, όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η διατλαντική συμμαχία να διατηρηθεί όταν οι ίδιες της οι θεμελιώδεις αρχές αμφισβητούνται από τον ισχυρότερο εταίρο της; Και ποιο το μέλλον, ως γενικότερο ερώτημα, του στερεώματος του διεθνούς δικαίου, ειδικότερα υπό το πρίσμα όλων αυτών που τεκταίνονται πλέον;
*Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.