Ήδη από τα μέσα Μαρτίου, η The Wall Street Journal προειδοποιούσε για τις επιπτώσεις που θα είχε η συνέχιση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Σε άρθρο της στις 13 Μαρτίου, υπό τον τίτλο “The Iran War Is Now Disrupting Global Trade”, σημείωνε ότι αν δεν υπάρξει σύντομα αποκλιμάκωση, οι επιπτώσεις θα επεκταθούν σε περισσότερους τομείς της οικονομίας, επιβαρύνοντας την ανάπτυξη και ενισχύοντας τον πληθωρισμό. Σήμερα, η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται.
Η πρόσφατη πτώση της τιμής του πετρελαίου αποδείχθηκε πρόσκαιρη. Η αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν να καταλήξουν σε συμφωνία επανέφερε την αβεβαιότητα, η οποία λειτουργεί ως μόνιμος παράγοντας αστάθειας. Οι αγορές κινούνται νευρικά, ενώ τα συνεχή σκαμπανεβάσματα δημιουργούν την εντύπωση μιας επιπολαιότητας που δεν συνάδει με το βάθος της κρίσης.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και εδώ προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: γιατί, ενώ όλοι σχεδόν αναγνωρίζουν την ανάγκη για διπλωματική λύση, αυτή δεν προχωρά;
Όλο και περισσότεροι αναλυτές, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, στρέφουν το βλέμμα τους στις στρατηγικές επιλογές της Ουάσινγκτον. Η κυβέρνηση του Donald Trump φαίνεται να αντιμετωπίζει την κρίση όχι ως ζήτημα ασφάλειας αλλά και ως ευκαιρία επαναχάραξης του ενεργειακού χάρτη. Όλα αυτά που δηλώνει περί δήθεν πυρηνικής απειλής από πλευράς του Ιράν δεν γίνονται πλέον πιστευτά ούτε και στους Αμερικανούς γερουσιαστές. Η επιδίωξη μεγαλύτερου ελέγχου στους ενεργειακούς πόρους της περιοχής εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική ισχύος, που επιχειρεί να διασφαλίσει την αμερικανική επιρροή σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Η επιλογή αυτή, όμως, ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Αντί να επιταχύνει τη διπλωματική επίλυση, φαίνεται να συμβάλλει στη διαιώνιση της κρίσης. Η επιμονή σε μια στρατηγική πίεσης και ελέγχου ενισχύει τις εντάσεις, αποθαρρύνει τον διάλογο και μετατρέπει την αβεβαιότητα σε μόνιμο χαρακτηριστικό της διεθνούς οικονομίας. Με άλλα λόγια, η ίδια η πολιτική που στοχεύει στη σταθερότητα της ενεργειακής αγοράς, οδηγεί τελικά στην αποσταθεροποίησή της.
Οι συνέπειες αυτής της προσέγγισης είναι ήδη ορατές. Διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, αύξηση του κόστους μεταφοράς και καθυστερήσεις στις παραδόσεις πλήττουν μια σειρά από κλάδους. Η παγκόσμια οικονομία, η οποία δεν έχει ακόμη ανακάμψει πλήρως από προηγούμενες κρίσεις, βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες πιέσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η παρατεταμένη αστάθεια δεν αποτελεί απλώς έναν κίνδυνο, αλλά μια σχεδόν βέβαιη εξέλιξη εάν δεν υπάρξει αλλαγή πορείας.
Το διακύβευμα, τελικά, υπερβαίνει τα όρια της Μέσης Ανατολής. Αγγίζει την ίδια τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας και τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος. Όσο η διπλωματία παραμένει στο περιθώριο και η λογική του ελέγχου κυριαρχεί, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος βαθύτερων κρίσεων.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι ενεργειακές φιλοδοξίες μεγάλων δυνάμεων συχνά οδηγούν σε αδιέξοδα με υψηλό κόστος. Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά θα υπάρξει έγκαιρη αναθεώρηση στρατηγικής ή αν η επιδίωξη κυριαρχίας θα συνεχίσει να υπερισχύει, παρατείνοντας μια κρίση που ήδη δοκιμάζει τις αντοχές της παγκόσμιας οικονομίας.
Ω.