Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου*
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή. Αντιθέτως, εξελίσσεται σε έναν παράγοντα που ενδέχεται να πυροδοτήσει μια ευρύτερη παγκόσμια οικονομική αναταραχή, ακόμη και μια νέα οικονομική κρίση. Τα δεδομένα που ήδη καταγράφονται στις αγορές ενέργειας, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στις χρηματοπιστωτικές αγορές ενισχύουν αυτή την εκτίμηση.
Πρώτον, ο πιο άμεσος και κρίσιμος μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης είναι η ενέργεια. Η περιοχή του Περσικού Κόλπου και ειδικότερα τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα «σημεία συμφόρησης» της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 20–25% της παγκόσμιας ροής υδρογονανθράκων. Οποιαδήποτε διαταραχή, είτε μέσω στρατιωτικών ενεργειών είτε μέσω πολιτικού ελέγχου των διελεύσεων, οδηγεί σε απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ήδη, σενάρια προβλέπουν σημαντικές αυξήσεις τιμών, που ενισχύουν τον πληθωρισμό και μειώνουν την οικονομική ανάπτυξη διεθνώς.
Οι επιπτώσεις δεν είναι θεωρητικές. Η αύξηση του κόστους καυσίμων έχει αρχίσει να πλήττει άμεσα βασικούς κλάδους της οικονομίας. Για παράδειγμα, η αεροπορική βιομηχανία αντιμετωπίζει δραματική αύξηση δαπανών, με εταιρείες να προβλέπουν δισεκατομμύρια σε επιπλέον κόστος λόγω της εκτίναξης των τιμών των καυσίμων. Αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερα εισιτήρια, μειωμένη ζήτηση και πιθανές περικοπές δραστηριοτήτων, επηρεάζοντας συνολικά τον τουρισμό και τις μεταφορές.
Δεύτερον, η σύγκρουση επιδεινώνει τις ήδη εύθραυστες παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η σύγχρονη οικονομία εξαρτάται από πολύπλοκα δίκτυα προμήθειας πρώτων υλών και τεχνολογικών εξαρτημάτων. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή επηρεάζει ακόμη και κρίσιμους τομείς όπως η παραγωγή μικροτσίπ, μέσω περιορισμών σε υλικά όπως το ήλιο, οδηγώντας σε αύξηση κόστους και καθυστερήσεις. Αυτό δείχνει ότι οι επιπτώσεις της σύγκρουσης δεν περιορίζονται στην ενέργεια, αλλά διαχέονται σε ολόκληρη την παγκόσμια παραγωγική αλυσίδα.
Τρίτον, η αβεβαιότητα που προκαλείται στις χρηματοπιστωτικές αγορές αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα κινδύνου. Οι αγορές αντιδρούν έντονα σε γεωπολιτικά σοκ, με αυξημένη μεταβλητότητα, φυγή κεφαλαίων προς «ασφαλή καταφύγια» όπως ο χρυσός, και επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης. Παράλληλα, η αύξηση του κόστους δανεισμού και η μείωση της εμπιστοσύνης επενδυτών μπορούν να περιορίσουν τις επενδύσεις και να επιβραδύνουν την οικονομική δραστηριότητα.
Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πραγματική μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αναλυτές προειδοποιούν ότι ένα σοβαρό ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να μειώσει την παγκόσμια ανάπτυξη και να προκαλέσει ύφεση σε πολλές οικονομίες. Ακόμη και σε πιο ήπια σενάρια, η συνεχιζόμενη αστάθεια οδηγεί σε αυξημένο πληθωρισμό και πιέσεις στο εισόδημα των νοικοκυριών.
Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συστημική διάσταση της κρίσης. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης και αποδιάρθρωσης της παγκοσμιοποίησης. Οι κυρώσεις, οι εμπορικοί περιορισμοί και η αυξανόμενη τάση για οικονομικό κατακερματισμό ενισχύουν τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας οικονομικής αναδιάταξης με αρνητικές συνέπειες για την ανάπτυξη.
Συνοψίζοντας, η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά ενός δυνητικού καταλύτη για μια παγκόσμια οικονομική κρίση: ενεργειακό σοκ, διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, χρηματοπιστωτική αστάθεια και γεωπολιτική αβεβαιότητα. Αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγηθούμε σε ένα πλήρες οικονομικό κραχ, οι ενδείξεις δείχνουν ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και αυξανόμενος. Σε έναν ήδη εύθραυστο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, μια παρατεταμένη ή κλιμακούμενη σύγκρουση θα μπορούσε να αποτελέσει τη σπίθα που θα πυροδοτήσει την επόμενη μεγάλη κρίση.
* Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος