Σε νέα κλιμάκωση των γεωπολιτικών του δηλώσεων προχώρησε ο Ντόναλντ Τραμπ, θέτοντας σαφές –και ασυνήθιστα σύντομο– χρονοδιάγραμμα για το μέλλον της Γροιλανδία. Μιλώντας σε δημοσιογράφους εν πτήσει με το Air Force One, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «χρειάζονται τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας», δίνοντας χρονικό ορίζοντα από περίπου 20 ημέρες έως δύο μήνες για «διευθέτηση» του ζητήματος.
Οι δηλώσεις έρχονται στον απόηχο της στρατιωτικής επιχείρησης στη Βενεζουέλα, που κατέληξε στη σύλληψη του προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες ότι η Ουάσιγκτον υιοθετεί πιο επιθετική εξωτερική πολιτική, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η αντίδραση της Δανία ήταν άμεση και ιδιαίτερα σκληρή. Η πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν χαρακτήρισε τα σενάρια προσάρτησης «απολύτως παράλογα», προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική ενέργεια εναντίον συμμάχου θα ισοδυναμούσε με «το τέλος του ΝΑΤΟ» και του μεταπολεμικού πλαισίου συλλογικής ασφάλειας.
Μέσα σε λίγες ώρες, Σουηδία, Νορβηγία και Φινλανδία συντάχθηκαν πλήρως με την Κοπεγχάγη, υπογραμμίζοντας ότι μόνο η Δανία και η ίδια η Γροιλανδία έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν για το μέλλον της περιοχής. Το μήνυμα ήταν σαφές: οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής λύσης θα αντιμετωπιστεί ως ευθεία πρόκληση στη βορειοευρωπαϊκή ασφάλεια.
Την ένταση τροφοδότησε και ανάρτηση στα social media από την Κέιτι Μίλερ, σύζυγο του συμβούλου του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ, στην οποία η Γροιλανδία εμφανιζόταν στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας με τη λέξη «SOON». Η εικόνα θεωρήθηκε από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ως σκόπιμη πρόκληση, ενισχύοντας τους φόβους ότι η κρίση δεν είναι απλώς επικοινωνιακή.
Η υπόθεση της Γροιλανδίας, με τη στρατηγική της θέση στον Αρκτικό Κύκλο και τον ρόλο της στις μελλοντικές ενεργειακές και αμυντικές ισορροπίες, εξελίσσεται πλέον σε κρίσιμο τεστ για τη συνοχή της Δύσης – και ειδικά για το κατά πόσο το ΝΑΤΟ μπορεί να αντέξει εσωτερικούς κλυδωνισμούς από τον ίδιο του τον ηγετικό πυλώνα.

