Το χρέος των ΗΠΑ πάνω από τα $40 τρισ. φέρνει τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ αντιμέτωπη με ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα: πώς συνδυάζονται οι υποσχέσεις για μικρότερο κράτος και δημοσιονομική εξυγίανση με αυξανόμενες υποχρεώσεις και ακριβότερη χρηματοδότηση;
Αυτό το χάσμα εξετάζει το Reuters σε αναλυτικό ρεπορτάζ της 2ας Σεπτεμβρίου, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Το πρακτορείο καταγράφει επικρίσεις για τις επιλογές της κυβέρνησης, αλλά και τη θέση του Λευκού Οίκου ότι έχουν περιοριστεί σπατάλες και προγράμματα.
- Το Reuters αντιπαραβάλλει τις δεσμεύσεις Τραμπ με τη δημοσιονομική πορεία.
- Ο Λευκός Οίκος προβάλλει τις περικοπές ως ένδειξη αντιμετώπισης της σπατάλης.
- Η στρατηγική πίεση αφορά λιγότερο δημοσιονομικό χώρο, όχι αυτόματη αδυναμία πληρωμών.
Η κριτική και η απάντηση της κυβέρνησης
Η Maya MacGuineas, πρόεδρος της Επιτροπής για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό, αποδίδει στο Reuters ευθύνη τόσο στον πρόεδρο όσο και στους νομοθέτες για την απουσία ουσιαστικής βελτίωσης. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η αρνητική δημοσιονομική δυναμική δεν ξεκίνησε με τον Τραμπ.
Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Kush Desai υπερασπίζεται τις περικοπές θέσεων στην ομοσπονδιακή διοίκηση και την κατάργηση προγραμμάτων ως προσπάθεια αντιμετώπισης αναποτελεσματικών δαπανών. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι κινήσεις μεταβάλλουν τη συνολική τροχιά, αφού η μείωση μιας κατηγορίας εξόδων μπορεί να αντισταθμίζεται από αυξήσεις σε άλλες.
Γιατί δεν αρκεί η υπόσχεση ανάπτυξης
Η ανάπτυξη μπορεί να διευρύνει τη φορολογική βάση και να βελτιώνει τη σχέση χρέους προς οικονομικό προϊόν. Δεν αποτελεί, όμως, λογιστικό υποκατάστατο αποφάσεων για δαπάνες και έσοδα. Ένας σχεδιασμός που ισορροπεί μόνο υπό εξαιρετικά αισιόδοξες παραδοχές είναι ευάλωτος σε επιβράδυνση, πληθωρισμό ή υψηλότερα επιτόκια.
Η GAO, η ανεξάρτητη ελεγκτική αρχή του Κογκρέσου, εξετάζει το ομοσπονδιακό χρέος ως μακροπρόθεσμη πρόκληση. Το πλαίσιο αυτό υπενθυμίζει ότι η αξιολόγηση δεν πρέπει να εξαντλείται σε έναν πρόεδρο ή σε μια δαπάνη, αλλά ούτε να χρησιμοποιείται το ιστορικό βάθος του προβλήματος για να παρακάμπτονται οι σημερινές αποφάσεις.
Η δημοσιονομική ευθύνη έχει συνέχεια. Περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις που κληρονομεί μια κυβέρνηση, τις νέες δεσμεύσεις που αναλαμβάνει και το κατά πόσο εξηγεί πειστικά πώς θα χρηματοδοτηθούν.
Οικονομικά περιθώρια και διεθνής ισχύς
Στρατηγικά, η σημασία δεν είναι ότι το αμερικανικό κράτος χάνει ξαφνικά τη δυνατότητα δράσης μόλις ξεπεραστεί ένα στρογγυλό ποσό. Είναι ότι οι προτεραιότητες ανταγωνίζονται πιο έντονα μεταξύ τους. Άμυνα, υποδομές, κοινωνική ασφάλιση, βιομηχανική πολιτική και τόκοι απαιτούν πόρους από τον ίδιο προϋπολογισμό.
Η θέση των ΗΠΑ στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεί πλεονέκτημα, όχι απαλλαγή από κάθε κόστος. Όταν ο δανεισμός γίνεται ακριβότερος, η ευελιξία περιορίζεται ακόμη και για έναν πολύ μεγάλο εκδότη. Αυτή είναι μια συντακτική ανάγνωση των περιορισμών, όχι πρόβλεψη άμεσης αδυναμίας πληρωμών.
Η δοκιμασία της πολιτικής αξιοπιστίας
Για τους ψηφοφόρους, το αφηρημένο μέγεθος του χρέους γίνεται πιο συγκεκριμένο όταν η προσαρμογή αγγίζει φόρους, παροχές ή δημόσιες υπηρεσίες. Για την κυβέρνηση, το δύσκολο βήμα είναι να συνδέσει τις εξαγγελίες με επιλογές που αντέχουν στον έλεγχο και όχι μόνο με επιλεκτικά παραδείγματα εξοικονόμησης.
Το ουσιαστικό τεστ δεν είναι ποιος υπόσχεται τη μεγαλύτερη περικοπή, αλλά ποιος παρουσιάζει συνεκτική και εφαρμόσιμη πορεία χρηματοδότησης. Εκεί θα κριθεί αν η δημοσιονομική ρητορική μετατρέπεται σε πολιτική με διατηρήσιμο αποτέλεσμα.