Οι εισπράξεις των επισκεπτών δεν είναι ούτε καθαρό κέρδος ούτε εγγύηση καλύτερου εισοδήματος για όλους. Από το ξενοδοχείο μέχρι τον τοπικό παραγωγό, η διαδρομή των χρημάτων έχει μεγαλύτερη σημασία από έναν εντυπωσιακό συνολικό αριθμό.
- Ένας καλός μήνας δεν είναι ολόκληρη η χρονιά
- Τα χρήματα που μπαίνουν δεν είναι όλα κέρδος
- Ο τουρίστας ξοδεύει. Πόσα φτάνουν στη μικρή επιχείρηση;
- Το all inclusive δεν απαντά μόνο του στην ερώτηση
- Μια τουριστική σεζόν. Δώδεκα μήνες λογαριασμοί.
- Οι θέσεις εργασίας που δεν χωρούν σε μία ταμπέλα
- Να μετράμε την επιτυχία μετά την άφιξη
- Διαβάστε ακόμη στη στήλη
Blind Spots. Τα τυφλά σημεία της κυπριακής οικονομίας. Στη στήλη του MoneyMatters κοιτάζουμε πίσω από τους αριθμούς και τις βεβαιότητες που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση. Αναζητούμε τους κινδύνους που υποτιμώνται, τις πραγματικότητες που δεν χωρούν στον μέσο όρο και τα προβλήματα που γίνονται ορατά μόνο όταν αρχίσουν να επηρεάζουν την καθημερινή μας ζωή.
- Έσοδα δεν σημαίνει κέρδη για όλους. Οι τουριστικές εισπράξεις δεν αποκαλύπτουν από μόνες τους την κατανομή σε επιχειρήσεις, εργαζομένους και προμηθευτές.
- Ένας καλός μήνας δεν περιγράφει ολόκληρη τη χρονιά. Ο Ιούλιος 2026 είχε αύξηση εσόδων 4,6%, αλλά το επτάμηνο παρέμενε στο −7% έναντι του 2025.
- Ο τζίρος, η προστιθέμενη αξία και το διαθέσιμο εισόδημα είναι διαφορετικά μεγέθη. Δεν μπορούμε να τα ανταλλάσσουμε όταν συζητούμε το όφελος του τουρισμού.
- Η εποχικότητα αλλάζει τον λογαριασμό. Μια γεμάτη περίοδος δεν εξασφαλίζει αυτομάτως σταθερή εργασία και βιώσιμη λειτουργία για δώδεκα μήνες.
- Το ζητούμενο είναι η σύνδεση με την τοπική οικονομία. Προμήθειες, δεξιότητες και επισκέψεις πέρα από το κατάλυμα χρειάζονται μέτρηση, όχι αυθαίρετα ποσοστά για όσα «μένουν στην Κύπρο».
Ένα δωμάτιο κλείστηκε. Ένα τραπέζι γέμισε. Ένας επισκέπτης αγόρασε μια εκδρομή, νοίκιασε αυτοκίνητο ή πήρε μαζί του ένα τοπικό προϊόν.
Για την οικονομία, όλα αυτά αποτελούν πραγματική δραστηριότητα. Για εκείνον που εργάζεται στο ξενοδοχείο, τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας ή τον παραγωγό που την προμηθεύει, όμως, η σημαντική ερώτηση αρχίζει μετά την πώληση: τι εισόδημα δημιουργήθηκε, για ποιον και για πόσο καιρό;
Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση της σημασίας του τουρισμού. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στο να μετράμε όσα ξοδεύουν οι επισκέπτες και στο να καταλαβαίνουμε πώς αυτή η δαπάνη μετατρέπεται σε οικονομική ασφάλεια για όσους ζουν εδώ.
Ένας καλός μήνας δεν είναι ολόκληρη η χρονιά
Η ανακοίνωση της Στατιστικής Υπηρεσίας στις 2 Οκτωβρίου 2026 κατέγραψε τουριστικά έσοδα €536,5 εκατ. τον Ιούλιο, αυξημένα κατά 4,6%. Την περίοδο Ιανουαρίου–Ιουλίου, όμως, οι εισπράξεις ήταν €1.757,8 εκατ., μειωμένες κατά 7% σε ετήσια σύγκριση. Η κατά κεφαλή δαπάνη του Ιουλίου έφθασε τα €920,66, με αύξηση 5,7%. (Στατιστική Υπηρεσία, έσοδα Ιουλίου 2026)
Αυτή η συνύπαρξη δείχνει γιατί χρειάζεται προσοχή στις εύκολες γενικεύσεις. Η καλύτερη επίδοση ενός μήνα δεν διαγράφει όσα προηγήθηκαν. Και η μεγαλύτερη δαπάνη ανά επισκέπτη δεν μας πληροφορεί ποια επιχείρηση βελτίωσε το αποτέλεσμά της.
Τα ποσά είναι χρηματικές εισπράξεις, όχι δείκτης πραγματικού όγκου υπηρεσιών με σταθερές τιμές. Ούτε η αύξησή τους αποτελεί από μόνη της μέτρηση της κερδοφορίας.
Η έρευνα δαπανών γίνεται σε αναχωρούντες ταξιδιώτες στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου και αφορά τις ελεγχόμενες από το κράτος περιοχές. Είναι μέτρηση δαπάνης, όχι έλεγχος των λογαριασμών κάθε επιχείρησης. (Στατιστική Υπηρεσία, μεθοδολογικές πληροφορίες)
Τα χρήματα που μπαίνουν δεν είναι όλα κέρδος
Μια τουριστική πώληση πρέπει να καλύψει μισθούς, αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, συντήρηση και άλλες υποχρεώσεις. Το ποσό που απομένει εξαρτάται από το κόστος και τη λειτουργία της συγκεκριμένης επιχείρησης. Ένα ακριβότερο δωμάτιο δεν αποδεικνύει αυτομάτως μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.
Εδώ χρειάζεται μια δεύτερη διάκριση. Η προστιθέμενη αξία αποτυπώνει την αξία που δημιουργείται στην παραγωγική διαδικασία, αφού ληφθούν υπόψη οι αγορές αγαθών και υπηρεσιών και οι σχετικές λογιστικές προσαρμογές. Δεν είναι συνώνυμο του καθαρού κέρδους. Στον ορισμό της Eurostat σε κόστος συντελεστών περιλαμβάνει και το κόστος προσωπικού. (Eurostat, ορισμός προστιθέμενης αξίας)
Αυτό σημαίνει ότι ένας μισθός είναι κόστος για την επιχείρηση, αλλά ταυτόχρονα εισόδημα για ένα νοικοκυριό. Μια αγορά από άλλον εγχώριο παραγωγό είναι έξοδο για τον αγοραστή, αλλά μπορεί να στηρίζει παραγωγή και εργασία αλλού στην οικονομία.
Γι’ αυτό δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε όλα τα έξοδα από τις τουριστικές εισπράξεις και να ονομάσουμε το υπόλοιπο «όφελος της Κύπρου». Θα παραβλέπαμε μέρος του οφέλους που ήδη μεταφέρθηκε σε άλλους.
| Όταν ακούμε… | Τι χρειάζεται να ρωτήσουμε |
|---|---|
| «Αυξήθηκαν τα τουριστικά έσοδα» | Ποια περίοδο αφορά η σύγκριση και πόσο επηρεάζεται από τιμές και σύνθεση επισκεπτών; |
| «Η επιχείρηση είχε μεγάλο τζίρο» | Τι συνέβη στο κόστος και στο λειτουργικό της αποτέλεσμα; |
| «Ο τουρισμός δημιουργεί θέσεις εργασίας» | Πόσους μήνες διαρκούν και τι ετήσιο εισόδημα προσφέρουν; |
| «Τα χρήματα μένουν στην τοπική αγορά» | Ποιοι προμηθευτές, εργαζόμενοι και περιοχές ωφελούνται και πώς το μετράμε; |
Ο τουρίστας ξοδεύει. Πόσα φτάνουν στη μικρή επιχείρηση;
Η τουριστική δαπάνη δεν σταματά στην υποδοχή του ξενοδοχείου. Μπορεί να στηρίξει έναν γεωργό, ένα εργαστήριο τροφίμων, έναν τεχνικό συντήρησης, μια επιχείρηση μεταφορών ή έναν δημιουργό που πουλά απευθείας στον επισκέπτη.
Αυτές είναι πιθανές διαδρομές του οφέλους, όχι απόδειξη ότι κάθε τέτοια επιχείρηση κερδίζει το ίδιο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο ισχυρές είναι οι πραγματικές εμπορικές συνδέσεις και με ποιους όρους γίνονται οι συναλλαγές.
Μια τοπική αγορά δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τοπική παραγωγή. Ένας εγχώριος προμηθευτής μπορεί να μεταπωλεί εισαγόμενο προϊόν, δημιουργώντας βεβαίως αξία στη διανομή. Αντίστοιχα, η ξένη ιδιοκτησία ενός καταλύματος δεν σημαίνει ότι οι μισθοί και οι αγορές του στην Κύπρο παύουν να έχουν σημασία.
Ούτε η ταυτότητα του ιδιοκτήτη ούτε η διεύθυνση του τιμολογίου αρκεί για να μετρηθεί ολόκληρη η οικονομική επίδραση. Χρειάζεται να εξετάζουμε τι παράγεται εδώ, ποιος αμείβεται και πώς χρησιμοποιείται το εισόδημα.
Το ίδιο ισχύει για τις πλατφόρμες και τους μεσάζοντες κρατήσεων. Η προμήθεια είναι ένα κόστος διάθεσης που πρέπει να συνεκτιμηθεί μαζί με την πρόσβαση σε πελάτες που προσφέρει η υπηρεσία. Δεν είναι τεκμηρίωση να επιλέγουμε ένα γενικό ποσοστό και να το αφαιρούμε από το σύνολο των εθνικών τουριστικών εσόδων.

Εικονογράφηση δημιουργημένη με AI για το MoneyMatters. Οι εικόνες του άρθρου δεν απεικονίζουν πραγματικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις του ρεπορτάζ.
Το all inclusive δεν απαντά μόνο του στην ερώτηση
Ένα πακέτο που περιλαμβάνει διαμονή και γεύματα μπορεί να επηρεάζει πού κατευθύνεται η δαπάνη του επισκέπτη. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η τοπική οικονομία δεν ωφελείται. Ένα κατάλυμα μπορεί να αγοράζει εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες και να στηρίζει σημαντική απασχόληση.
Αντίστοιχα, ένας επισκέπτης που κινείται ανεξάρτητα δεν εγγυάται ότι κάθε αγορά του στηρίζει εγχώρια παραγωγή. Το πραγματικό αποτέλεσμα εξαρτάται από τις επιλογές του και από όσα μπορεί να βρει στον προορισμό.
Η χρήσιμη συζήτηση επομένως δεν είναι να χωρίσουμε τους επισκέπτες σε «καλούς» και «κακούς». Είναι να εξετάσουμε πώς περισσότερες επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση στη ζήτηση. Πόσο εύκολα βρίσκει κάποιος ένα επισκέψιμο εργαστήριο, μια τοπική εμπειρία ή ένα προϊόν με σαφή προέλευση; Υπάρχει διαθέσιμη μεταφορά και δυνατότητα κράτησης;
Πρόκειται για πρακτικές ερωτήσεις επιχειρηματικότητας. Η πιθανότητα να φθάσει μια δαπάνη πέρα από το κατάλυμα αυξάνεται όταν υπάρχει μια πραγματικά προσβάσιμη πρόταση, όχι απλώς η προσδοκία ότι ο επισκέπτης θα την ανακαλύψει μόνος του.
Μια τουριστική σεζόν. Δώδεκα μήνες λογαριασμοί.
Για τον εργαζόμενο, μια γεμάτη περίοδος έχει διαφορετική αξία ανάλογα με τη διάρκεια απασχόλησης, την αμοιβή και την προβλεψιμότητα. Για μια επιχείρηση, αντίστοιχα, η υψηλή κίνηση πρέπει να αξιολογείται απέναντι στις υποχρεώσεις όλου του έτους.
Η εποχικότητα δεν είναι αποκλειστικά κυπριακό ζήτημα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 31% των διανυκτερεύσεων σε τουριστικά καταλύματα της ΕΕ το 2025 συγκεντρώθηκε στον Ιούλιο και στον Αύγουστο. Είναι ευρωπαϊκό ποσοστό, όχι μέτρηση της Κύπρου. Η ίδια ανάλυση συνδέει τις διακυμάνσεις της ζήτησης με υποχρησιμοποίηση εγκαταστάσεων και αστάθεια εργασίας στις ήσυχες περιόδους. (Eurostat, εποχικότητα καταλυμάτων, στοιχεία 2025)
Η καλύτερη κατανομή της δραστηριότητας μέσα στη χρονιά έχει επομένως σημασία πέρα από έναν μεγαλύτερο αριθμό αφίξεων. Μπορεί να διευκολύνει τη διατήρηση προσωπικού, τον προγραμματισμό και τη συνεργασία με προμηθευτές. Δεν αποτελεί, ωστόσο, αυτόματη εγγύηση βιωσιμότητας: πρόσθετοι μήνες λειτουργίας χρειάζονται επαρκή ζήτηση σε τιμές που καλύπτουν το κόστος.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ανοίγουν περισσότερους μήνες οι πόρτες. Είναι να δημιουργείται εισόδημα που αντέχει περισσότερους μήνες.
Οι θέσεις εργασίας που δεν χωρούν σε μία ταμπέλα
Η Eurostat υπολογίζει ότι το 2023 οι κλάδοι που συνδέονται με τον τουρισμό αντιστοιχούσαν στο 16% της απασχόλησης στην επιχειρηματική οικονομία της Κύπρου. Ο παρονομαστής δεν είναι το σύνολο της εθνικής απασχόλησης. Επιπλέον, οι συγκεκριμένοι κλάδοι εξυπηρετούν και μη τουρίστες, όπως συμβαίνει στην εστίαση. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για ποσοστό θέσεων που συντηρούνται αποκλειστικά από ξένους επισκέπτες. (Eurostat, οικονομική ανάλυση τουριστικών κλάδων, στοιχεία 2023)
Αυτή η διευκρίνιση δεν μειώνει τη σημασία του τομέα. Μας προστατεύει από μια άλλη σύγχυση: να αποδίδουμε στον τουρισμό κάθε ευρώ και κάθε θέση εργασίας επιχειρήσεων που έχουν περισσότερες από μία πηγές ζήτησης.
Για να καταλάβουμε ποιος ωφελείται, χρειάζονται πιο συγκεκριμένες μετρήσεις. Ετήσιες απολαβές και διάρκεια απασχόλησης, αγορές από εγχώριους παραγωγούς, αποτελέσματα μικρότερων επιχειρήσεων και γεωγραφική κατανομή της δραστηριότητας μπορούν να φωτίσουν διαφορετικά τμήματα της εικόνας.
Να μετράμε την επιτυχία μετά την άφιξη
Για την τουριστική πολιτική, το ερώτημα είναι πώς η ζήτηση συνδέεται με περισσότερη παραγωγή, καλύτερες δεξιότητες και σταθερότερη εργασία. Για τις επιχειρήσεις, είναι ποιες συνεργασίες δημιουργούν αξία και όχι απλώς έναν ακόμη κρίκο τιμολόγησης. Για τις τοπικές αρχές, είναι πώς η δραστηριότητα συμβαδίζει με τις ανάγκες υποδομών και κατοίκων.
Δεν έχουμε από τις μηνιαίες εισπράξεις έναν έτοιμο χάρτη που να απαντά πόσο ακριβώς κέρδισε κάθε ομάδα. Ούτε τα στοιχεία που εξετάσαμε επιτρέπουν να μοιράσουμε με αξιοπιστία κάθε €100 τουριστικής δαπάνης σε ένα ενιαίο κυπριακό «πορτοφόλι». Αυτό θα απαιτούσε πρόσθετα, συμβατά στοιχεία για την παραγωγή και τις συναλλαγές. Είναι όριο της συγκεκριμένης ανάλυσης, όχι απόδειξη ότι το όφελος απουσιάζει.
Το blind spot βρίσκεται ακριβώς εκεί: ένας συνολικός αριθμός μπορεί να είναι σωστός και ταυτόχρονα να μην απαντά στην πιο σημαντική κοινωνική ερώτηση.
Η επιτυχία του τουρισμού δεν κρίνεται μόνο από όσα ξοδεύει ο επισκέπτης. Κρίνεται και από όσα μπορούν να χτίσουν με αυτά όσοι ζουν εδώ.
BLIND SPOTS
Διαβάστε ακόμη στη στήλη
The post Blind Spots: Ο τουρισμός φέρνει εκατομμύρια. Ποιος τα κερδίζει; appeared first on moneymatters.cy.


