Η αντιπαράθεση γύρω από τα F-35, το casus belli και τις ισορροπίες στο Αιγαίο επανέρχεται στο προσκήνιο, μετά την τοποθέτηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τις αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πιθανή προμήθεια προηγμένων αμερικανικών μαχητικών από την Τουρκία.
Ο Τούρκος πρόεδρος, μιλώντας μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, χαρακτήρισε «λάθος» την ελληνική αναφορά που συνδέει το ζήτημα των F-35 με το τουρκικό casus belli. Η φράση του ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός «δεν θα έπρεπε να υποπέσει σε τέτοιο λάθος» δείχνει ότι η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανίσει την υπόθεση των εξοπλισμών ως θέμα ισότιμης συμμαχικής μεταχείρισης και όχι ως ζήτημα περιφερειακής ασφάλειας.
Η ουσία, όμως, είναι πιο σύνθετη. Για την Αθήνα, η συζήτηση δεν αφορά απλώς το αν η Τουρκία θα ενισχύσει την πολεμική της αεροπορία. Αφορά το αν ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, που εξακολουθεί να διατηρεί την απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, μπορεί να λάβει πρόσβαση σε οπλικά συστήματα πέμπτης γενιάς χωρίς σαφείς πολιτικούς και στρατηγικούς όρους.
Το μήνυμα της Άγκυρας
Ο Ερντογάν υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν έθεσε αντίστοιχα ερωτήματα όταν η Ελλάδα προχώρησε σε δικές της αμυντικές αγορές. Με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο στο δικαίωμα κάθε χώρας να ενισχύει την άμυνά της.
Η αναφορά αυτή δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα θέλει να παρουσιάσει τα F-35 ως φυσιολογική συνέχεια των αμυντικών της αναγκών, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις της με την Ουάσιγκτον φαίνεται να αποκτούν ξανά δυναμική. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εμφανιστεί θετικός στην επανεξέταση της υπόθεσης, γεγονός που η τουρκική πλευρά αξιοποιεί ως πολιτικό σήμα.
Ωστόσο, το πρόβλημα για την Τουρκία παραμένει βαθύ. Η χώρα απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400. Το 2020 ακολούθησαν αμερικανικές κυρώσεις, καθώς η Ουάσιγκτον και άλλοι σύμμαχοι θεώρησαν ότι η συνύπαρξη των S-400 με την τεχνολογία των F-35 δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη συμμαχική ασφάλεια.
Η ελληνική ανάγνωση
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν μπορεί να αποσπαστεί από το συνολικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το casus belli παραμένει πολιτικό και στρατηγικό βάρος, ενώ οι διαφωνίες στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο εξακολουθούν να αγγίζουν θέματα κυριαρχίας, θαλάσσιων ζωνών και συμμαχικής συνοχής.
Η Αθήνα δεν θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη που μπλοκάρει μηχανικά κάθε αμυντική συνεργασία ΗΠΑ-Τουρκίας. Θέλει, όμως, να καταστήσει σαφές ότι η ενίσχυση μιας χώρας με προηγμένα μαχητικά δεν μπορεί να αγνοεί τις ανησυχίες ενός άλλου συμμάχου, ειδικά όταν αυτές συνδέονται με πραγματικά ζητήματα αποτροπής.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε τροχιά απόκτησης 20 F-35, με δυνατότητα για επιπλέον 20 στο μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο διπλωματικό. Είναι και ζήτημα ισορροπίας αεροπορικής ισχύος στην περιοχή, καθώς οποιαδήποτε τουρκική επιστροφή στο ίδιο πρόγραμμα θα επηρέαζε τον μελλοντικό συσχετισμό στο Αιγαίο.
Το ΝΑΤΟ ανάμεσα σε συνοχή και ανταγωνισμούς
Η νέα τριβή αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα για το ΝΑΤΟ. Η Συμμαχία ζητά ενότητα απέναντι σε μεγάλες διεθνείς κρίσεις, αλλά στο εσωτερικό της παραμένουν ανοιχτές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ κρατών-μελών.
Η Τουρκία είναι κρίσιμος σύμμαχος λόγω γεωγραφίας, στρατιωτικού μεγέθους και ρόλου στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο. Ταυτόχρονα, οι επιλογές της σε θέματα όπως οι S-400, η Συρία, οι σχέσεις με τη Ρωσία και οι διεκδικήσεις στο Αιγαίο δημιουργούν διαρκή ερωτήματα αξιοπιστίας.
Για την Αθήνα, το βασικό μήνυμα είναι ότι η συμμαχική συνοχή δεν μπορεί να σημαίνει σιωπή απέναντι σε πρακτικές που αυξάνουν την ανασφάλεια. Η πώληση ή μη των F-35 στην Τουρκία θα κριθεί στην Ουάσιγκτον, αλλά οι επιπτώσεις της θα μετρηθούν κυρίως στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η δήλωση Ερντογάν, επομένως, δεν κλείνει το θέμα. Αντίθετα, το ανοίγει σε υψηλότερο επίπεδο. Το ερώτημα πλέον είναι αν η πιθανή επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Τουρκίας θα συνοδευτεί από όρους που καθησυχάζουν τους συμμάχους ή αν θα δημιουργήσει νέα πεδία τριβής μέσα στη Συμμαχία.
Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση δείχνει ότι τα F-35 δεν είναι απλώς μια εξοπλιστική υπόθεση. Είναι ένας δείκτης για το πώς η Ουάσιγκτον, η Άγκυρα και η Αθήνα αντιλαμβάνονται την ασφάλεια, την αποτροπή και τα όρια της συμμαχικής ανοχής σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες παραμένουν λεπτές.