Σε νέο ιστορικό υψηλό ανήλθε το δημόσιο χρέος της Ιταλίας τον Ιούνιο του 2026, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα 3,2 τρισ. ευρώ και επαναφέροντας στο προσκήνιο τις δημοσιονομικές προκλήσεις της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ιταλίας, το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 26,2 δισ. ευρώ μέσα σε έναν μήνα, φτάνοντας στα 3.207,2 δισ. ευρώ, από περίπου 3.181 δισ. ευρώ τον Μάιο.
Η μηνιαία αύξηση αντιστοιχεί σε περίπου 0,8%. Δεν οφείλεται, ωστόσο, αποκλειστικά σε νέες δημόσιες δαπάνες. Σχεδόν το 40% της μεταβολής συνδέεται με την ενίσχυση των ταμειακών διαθεσίμων του ιταλικού Δημοσίου.
Από πού προήλθε η αύξηση
Οι δανειακές ανάγκες της γενικής κυβέρνησης πρόσθεσαν 13,3 δισ. ευρώ στο συνολικό χρέος κατά τη διάρκεια του Ιουνίου. Παράλληλα, το ιταλικό Δημόσιο αύξησε τη διαθέσιμη ρευστότητά του κατά 9,8 δισ. ευρώ, με το ταμειακό απόθεμα να φτάνει στα 61,7 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των ταμειακών διαθεσίμων ανεβάζει το ακαθάριστο χρέος, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει στο κράτος μεγαλύτερο περιθώριο για την κάλυψη επικείμενων πληρωμών και λήξεων ομολόγων. Συνεπώς, το σύνολο των 26,2 δισ. ευρώ δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ισόποση επιδείνωση της καθαρής δημοσιονομικής θέσης.
Επιπλέον 3,1 δισ. ευρώ προστέθηκαν από τεχνικούς παράγοντες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα περιθώρια και τα ασφάλιστρα κατά την έκδοση ή εξαγορά κρατικών τίτλων, η αναπροσαρμογή της αξίας ομολόγων που συνδέονται με τον πληθωρισμό και οι μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Η αύξηση προήλθε από την κεντρική κυβέρνηση
Η ανάλυση ανά υποτομέα δείχνει ότι το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 26,9 δισ. ευρώ. Η μεταβολή αντισταθμίστηκε εν μέρει από μείωση κατά 0,7 δισ. ευρώ στο χρέος της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Αυτό σημαίνει ότι η μηνιαία αύξηση δεν προήλθε από τις περιφέρειες ή τους δήμους, αλλά σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη χρηματοδοτική δραστηριότητα της κεντρικής κυβέρνησης. Τα στοιχεία των 3.207,2 δισ. ευρώ επιβεβαιώθηκαν από την ανακοίνωση της Τράπεζας της Ιταλίας και τη σχετική ενημέρωση του ιταλικού πρακτορείου ειδήσεων. ANSA
Γιατί το απόλυτο ποσό δεν λέει όλη την ιστορία
Το ύψος του χρέους σε ευρώ αποτελεί σημαντικό στοιχείο, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να αποτυπώσει τη δυνατότητα μιας οικονομίας να το εξυπηρετεί. Ο βασικός δείκτης που παρακολουθούν οι αγορές και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.
Ένα ονομαστικό ρεκόρ μπορεί να συνοδεύεται από σταθερό ή ακόμη και χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, εάν η οικονομία και οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από το χρέος. Στην περίπτωση της Ιταλίας, όμως, το πρόβλημα είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη παραμένει ιδιαίτερα ασθενής.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,5% το 2026 και 0,6% το 2027. Υπό αυτές τις συνθήκες, η οικονομία δυσκολεύεται να αναπτυχθεί αρκετά γρήγορα ώστε να μειώσει αισθητά το βάρος του συσσωρευμένου χρέους.
Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής, το ιταλικό δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί από 137,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 138,5% το 2026 και 139,2% το 2027. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Μικρότερο έλλειμμα, αλλά υψηλότερο χρέος
Η εικόνα παρουσιάζει μια φαινομενική αντίφαση. Το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί από 3,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,9% το 2026 και το 2027, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να συνεχίσει την ανοδική του πορεία.
Αυτό μπορεί να συμβεί επειδή η μείωση του ελλείμματος δεν είναι αρκετά μεγάλη ώστε να αντιστρέψει τη συσσώρευση χρέους. Παράλληλα, η χαμηλή πραγματική ανάπτυξη και η αύξηση των δαπανών για τόκους περιορίζουν τη δυνατότητα αποκλιμάκωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το κόστος των τόκων θα αυξηθεί το 2026, μεταξύ άλλων λόγω των υψηλότερων αποδόσεων και της αναπροσαρμογής των ομολόγων που συνδέονται με τον πληθωρισμό.
Η πρόκληση της αναχρηματοδότησης
Η Ιταλία διαθέτει μεγάλη και ώριμη αγορά κρατικών ομολόγων, ευρεία βάση επενδυτών και σημαντική εγχώρια αποταμίευση. Αυτά λειτουργούν ως παράγοντες σταθερότητας και διαφοροποιούν τη χώρα από οικονομίες που αντιμετωπίζουν άμεσο πρόβλημα πρόσβασης στις αγορές.
Το τεράστιο απόθεμα χρέους, ωστόσο, σημαίνει ότι ακόμη και μικρές μεταβολές στο μέσο κόστος δανεισμού μπορούν, σε βάθος χρόνου, να έχουν σημαντική επίδραση στον κρατικό προϋπολογισμό. Καθώς παλαιότερα ομόλογα χαμηλότερου επιτοκίου λήγουν και αντικαθίστανται από νέες εκδόσεις, το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης μεταφέρεται σταδιακά στις δαπάνες για τόκους.
Για τις αγορές, καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν η συνέπεια της δημοσιονομικής πολιτικής, η πορεία του πρωτογενούς πλεονάσματος, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και η δυνατότητα της οικονομίας να αυξήσει την παραγωγικότητά της.
MoneyMatters Insight
Το νέο ρεκόρ των 3,207 τρισ. ευρώ είναι εντυπωσιακό, αλλά η ουσία βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στο χρέος, στην ανάπτυξη και στο κόστος χρηματοδότησης. Μέρος της μηνιαίας αύξησης προήλθε από την ενίσχυση των ταμειακών αποθεμάτων και από τεχνικές προσαρμογές, επομένως δεν αποτελεί εξ ολοκλήρου νέα δημοσιονομική επιβάρυνση. Η βαθύτερη πρόκληση για την Ιταλία είναι ότι το χρέος αυξάνεται σε μια οικονομία με προβλεπόμενη ανάπτυξη μόλις 0,5%. Χωρίς ισχυρότερη ονομαστική μεγέθυνση και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, ακόμη και η σταδιακή μείωση του ελλείμματος δεν αρκεί για να θέσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ σε καθοδική τροχιά.
The post Ιταλία: Το χρέος έσπασε το φράγμα των €3,2 τρισ. – Τι κρύβεται πίσω από το νέο ρεκόρ appeared first on moneymatters.cy.