Η Κύπρος κατέγραψε 18,5 διανυκτερεύσεις σε τουριστικά καταλύματα ανά κάτοικο το 2024, σύμφωνα με την Eurostat. Για τον δημόσιο σχεδιασμό, το στοιχείο δεν είναι απλώς μια θέση σε ευρωπαϊκή κατάταξη. Είναι αφορμή να εξεταστεί πώς μια έντονη οικονομική δραστηριότητα συνδέεται με τη δυνατότητα των τοπικών υπηρεσιών να εξυπηρετούν επισκέπτες και μόνιμους κατοίκους.
- Οι 18,5 διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο αφορούν το 2024 και δεν αποτυπώνουν αριθμό τουριστών ή ταυτόχρονη παρουσία.
- Η δυναμικότητα υποδομών πρέπει να εξετάζεται ανά περιοχή και περίοδο, όχι μόνο μέσω ενός ετήσιου μέσου όρου.
- Η υψηλή τουριστική ένταση δεν αποδεικνύει από μόνη της αιτιώδη σχέση με τα ενοίκια ή ήδη συντελεσμένη κρίση υπερτουρισμού.
Ο δείκτης δεν αποτελεί μόνος του διάγνωση υπερτουρισμού. Δεν περιγράφει πόσοι επισκέπτες βρίσκονταν ταυτόχρονα στο νησί ούτε αποδεικνύει ότι μια συγκεκριμένη υποδομή έχει ήδη υπερφορτωθεί. Τέτοιες διαπιστώσεις χρειάζονται στοιχεία για τον τόπο, την περίοδο και την πραγματική δυναμικότητα κάθε συστήματος.
Ο ετήσιος μέσος όρος δεν είναι σχέδιο υποδομών
Η πρόσφατη παρουσίαση της Eurostat για τις περιφέρειες καταγράφει πολύ διαφορετικά μεγέθη: 127,2 διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο στο Νότιο Αιγαίο, 102,6 στα Ιόνια Νησιά και 68,9 στην περιοχή Μπολτσάνο, για το 2024. Η περιφερειακή σύγκριση δεν ταυτίζεται με τη σύγκριση ολόκληρων χωρών.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Ένα σύστημα ύδρευσης, ένας δρόμος ή μια εγκατάσταση διαχείρισης αποβλήτων εξυπηρετεί συγκεκριμένη περιοχή. Η επάρκειά του δεν εξασφαλίζεται επειδή ο εθνικός μέσος όρος φαίνεται διαχειρίσιμος. Χρειάζεται να εξετάζεται η ζήτηση στις περιόδους υψηλής κίνησης και η δυνατότητα ανταπόκρισης σε δυσμενείς συνθήκες.
Στην Κύπρο, ένα χρήσιμο σύστημα παρακολούθησης θα συνέδεε τις διανυκτερεύσεις ανά περιοχή και μήνα με την κατανάλωση νερού, τη μεταφορική εξυπηρέτηση και τον όγκο αποβλήτων. Οι δείκτες αυτοί δεν υποκαθιστούν την τεχνική μελέτη, αλλά βοηθούν να εντοπίζεται πού χρειάζεται να προηγηθεί.
Το νερό και η στέγαση χρειάζονται ξεχωριστή τεκμηρίωση
Η αξιολόγηση του νερού πρέπει να ξεχωρίζει τη διαθέσιμη παροχή, τη δυνατότητα μεταφοράς, τις απώλειες και τη ζήτηση αιχμής. Μια νέα τουριστική μονάδα δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο με βάση τις κλίνες της, αλλά και με βάση τις συνδέσεις και τις υπηρεσίες που απαιτεί για να λειτουργήσει αξιόπιστα.
Αντίστοιχα, η στέγαση δεν εξηγείται από έναν μόνο τουριστικό δείκτη. Για να αποδοθεί μια μεταβολή ενοικίων στη μετατροπή κατοικιών σε τουριστική χρήση, χρειάζονται τοπικά δεδομένα για την προσφορά, τις χρήσεις των ακινήτων και τη ζήτηση. Η υψηλή τουριστική ένταση δεν αποτελεί από μόνη της τέτοια απόδειξη.
Ο σχεδιασμός οφείλει, πάντως, να περιλαμβάνει και τις ανάγκες των εργαζομένων. Η λειτουργία μιας επιχείρησης δεν περιορίζεται στο κτίριό της. Εξαρτάται από ανθρώπους που χρειάζονται κατοικία, μετακίνηση και πρόσβαση στις ίδιες δημόσιες υπηρεσίες με τους υπόλοιπους κατοίκους.
Πώς μετατρέπεται ο δείκτης σε αποφάσεις
Η ουσιαστική απάντηση δεν είναι ένας γενικός στόχος περισσότερων επισκεπτών ούτε μια οριζόντια απαγόρευση νέων επενδύσεων. Είναι να συνδέεται κάθε επέκταση με σαφή αξιολόγηση δυναμικότητας: τι υπάρχει, τι λείπει, ποιος θα το κατασκευάσει και ποιος θα πληρώσει τη λειτουργία και τη συντήρησή του.
Οι αρμόδιοι φορείς θα μπορούσαν να παρακολουθούν κοινούς δείκτες, με γνωστή μεθοδολογία και τακτική δημοσιοποίηση. Έτσι, μια τοπική ανησυχία θα εξετάζεται με μετρήσεις και όχι μόνο με εντυπώσεις, ενώ ένας επενδυτής θα γνωρίζει εγκαίρως ποιες προϋποθέσεις χρειάζεται να καλύψει.
Εξίσου σημαντικό είναι να μετράται το αποτέλεσμα μιας παρέμβασης. Η επιμήκυνση της περιόδου, για παράδειγμα, πρέπει να αξιολογείται με βάση το αν κατανέμει καλύτερα τη ζήτηση και στηρίζει σταθερότερη εργασία, όχι μόνο ως προσθήκη διανυκτερεύσεων στο ετήσιο άθροισμα.
Η Eurostat δίνει ένα σημείο εκκίνησης, όχι μια έτοιμη απάντηση για την Κύπρο. Η ανθεκτικότητα ενός προορισμού κρίνεται από το αν οι επενδύσεις, οι δημόσιες υπηρεσίες και η καθημερινότητα των κατοίκων μπορούν να εξελίσσονται μαζί. Ο στόχος δεν είναι να αντιπαρατεθούν ο τουρισμός και η τοπική κοινωνία, αλλά να προγραμματιστούν ως μέρη της ίδιας οικονομίας.