Η συζήτηση για το ενδεχόμενο επαναφοράς της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 αποκτά πλέον καθαρά νατοϊκή διάσταση, με την Αθήνα να επιχειρεί να υπενθυμίσει ότι οι αποφάσεις για προηγμένα οπλικά συστήματα δεν μπορούν να εξετάζονται αποκομμένα από τις ευαισθησίες και τις ανησυχίες των συμμάχων.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ερωτηθείς για το θέμα, έστειλε μήνυμα ότι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ευαισθησίες όλων των κρατών-μελών. Η τοποθέτηση δεν ήταν τυχαία. Έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία στην Ουάσιγκτον επανέρχεται η συζήτηση για πιθανή επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα στο πεδίο των εξοπλισμών, παρά το ανοιχτό ζήτημα των ρωσικών S-400.
Η ελληνική ανάγνωση της συζήτησης
Για την Αθήνα, το θέμα δεν περιορίζεται στο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιλέξουν να ανοίξουν ξανά τον δρόμο για τα F-35 προς την Τουρκία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους μπορεί να γίνει μια τέτοια κίνηση και αν αυτή θα επηρεάσει τις ισορροπίες ασφαλείας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα δεν θέλει να εμφανιστεί ως χώρα που μπλοκάρει εκ προοιμίου μια αμερικανοτουρκική συνεννόηση. Θέλει, όμως, να καταστήσει σαφές ότι μια απόφαση τέτοιας βαρύτητας πρέπει να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συμμαχικής εμπιστοσύνης, σεβασμού του διεθνούς δικαίου και αποφυγής κινήσεων που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την περιφερειακή σταθερότητα.
Η φράση για τις ευαισθησίες όλων των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ δείχνει ακριβώς αυτή την επιλογή. Η Αθήνα μεταφέρει το θέμα από το πεδίο της διμερούς διαπραγμάτευσης ΗΠΑ-Τουρκίας στο επίπεδο της συμμαχικής συνοχής.
Το βάρος των S-400
Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400. Η επιλογή εκείνη θεωρήθηκε από την Ουάσιγκτον και άλλους συμμάχους ως σοβαρό πρόβλημα για την ασφάλεια της τεχνολογίας του μαχητικού και για τη διαλειτουργικότητα εντός της Συμμαχίας.
Το 2020 ακολούθησαν αμερικανικές κυρώσεις, ενώ η τουρκική συμμετοχή στο πρόγραμμα πάγωσε. Από τότε, η Άγκυρα επιδιώκει να ανακτήσει πρόσβαση σε προηγμένα δυτικά οπλικά συστήματα, είτε μέσω των F-16 είτε μέσω μιας πιθανής νέας συζήτησης για τα F-35.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα των S-400 παραμένει κομβικό. Δεν αφορά μόνο μια παλαιότερη διένεξη Ουάσιγκτον-Άγκυρας. Αγγίζει τον πυρήνα της εμπιστοσύνης μέσα στο ΝΑΤΟ, καθώς συνδέεται με το κατά πόσο ένα κράτος-μέλος μπορεί να ενσωματώνει ρωσικά συστήματα και ταυτόχρονα να διεκδικεί πρόσβαση στην πιο προηγμένη δυτική αεροπορική τεχνολογία.
Το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον
Η ελληνική παρέμβαση έχει και σαφή αποδέκτη στην Ουάσιγκτον. Αν οι ΗΠΑ εξετάσουν ξανά την πώληση ή μεταφορά F-35 προς την Τουρκία, η Αθήνα θέλει να προηγηθεί μια πολιτική και στρατηγική συζήτηση για τις επιπτώσεις μιας τέτοιας απόφασης.
Το επιχείρημα είναι ότι η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας μιας χώρας-μέλους δεν πρέπει να προκαλεί ανασφάλεια σε άλλη χώρα-μέλος. Ειδικά όταν υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα στο Αιγαίο, επίμονες τουρκικές διεκδικήσεις και μια εύθραυστη ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Αθήνα δεν αμφισβητεί τον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Υπογραμμίζει, όμως, ότι η συμμαχική ιδιότητα δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά. Η αλληλεγγύη προϋποθέτει και συμπεριφορά συμβατή με τη σταθερότητα της Συμμαχίας.
Γιατί το θέμα ξεπερνά τα εξοπλιστικά
Τα F-35 δεν είναι ένα συνηθισμένο μαχητικό αεροσκάφος. Πρόκειται για πλατφόρμα πέμπτης γενιάς, με δυνατότητες δικτυοκεντρικού πολέμου, συλλογής δεδομένων και ενσωμάτωσης σε ευρύτερα συστήματα επιχειρήσεων. Γι’ αυτό η πιθανή διάθεσή τους στην Τουρκία δεν αξιολογείται μόνο ως εξοπλιστική επιλογή, αλλά ως στρατηγική μεταβολή.
Για την Ελλάδα, που ήδη έχει μπει σε τροχιά απόκτησης F-35, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Αθήνα θέλει να διασφαλίσει ότι η ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας δεν θα εξουδετερωθεί από μια βιαστική επαναφορά της Τουρκίας στο ίδιο τεχνολογικό επίπεδο χωρίς σαφείς όρους.
Το μήνυμα Μητσοτάκη, επομένως, δεν είναι απλώς μια διπλωματική παρατήρηση. Είναι υπενθύμιση ότι στο ΝΑΤΟ οι αποφάσεις για την ασφάλεια ενός συμμάχου επηρεάζουν και την ασφάλεια των υπολοίπων.
Η επόμενη φάση της συζήτησης θα δείξει αν η Ουάσιγκτον θα κινηθεί προς μια νέα συμφωνία με την Άγκυρα ή αν θα επιμείνει στις επιφυλάξεις που κρατούν την Τουρκία εκτός του προγράμματος από το 2019. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα έχει ήδη θέσει το πλαίσιο: καμία μεγάλη εξοπλιστική απόφαση εντός της Συμμαχίας δεν μπορεί να αγνοεί τις ανησυχίες των συμμάχων.