Σε αιφνιδιαστική, αλλά ιδιαίτερα προσεκτική μείωση του βασικού επιτοκίου στο 14% προχώρησε η Τράπεζα της Ρωσίας, καθώς η οικονομική επιβράδυνση συγκρούεται πλέον με ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων που τροφοδοτείται από την κρίση στα καύσιμα και τις επανειλημμένες ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια.
Το διοικητικό συμβούλιο της κεντρικής τράπεζας αποφάσισε στις 24 Ιουλίου 2026 να μειώσει το επιτόκιο κατά μόλις 25 μονάδες βάσης, από το 14,25% στο 14%. Η κίνηση εξέπληξε μέρος της αγοράς, καθώς αρκετοί αναλυτές ανέμεναν παύση στον κύκλο χαλάρωσης μετά την επιτάχυνση των τιμών των καυσίμων και την άνοδο των πληθωριστικών προσδοκιών.
Η λεπτή ισορροπία της Μόσχας
Η Τράπεζα της Ρωσίας βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αντίθετες πιέσεις. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις καταγράφουν σημαντική υποχώρηση στις προσδοκίες για τη ζήτηση και την παραγωγή, ενώ η πιστωτική επέκταση επιβραδύνεται. Από την άλλη, οι διακοπές παραγωγής σε κρίσιμους κλάδους και η άνοδος της βενζίνης απειλούν να αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό.
Η κεντρική τράπεζα αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026, τοποθετώντας την πλέον μεταξύ 0% και 1%. Παράλληλα, αύξησε την εκτίμησή της για τον ετήσιο πληθωρισμό στο 6%–7%, αποδίδοντας σημαντικό μέρος της μεταβολής στη μεγάλη αύξηση των τιμών των καυσίμων.
Στις 20 Ιουλίου, ο ετήσιος πληθωρισμός βρισκόταν ήδη στο 5,9%. Ο δομικός ρυθμός αύξησης των τιμών κινήθηκε κοντά στο 4%–5% σε ετησιοποιημένη βάση, όμως οι προσδοκίες νοικοκυριών, επιχειρήσεων και επενδυτών επιδεινώθηκαν.
Τα διυλιστήρια έγιναν νομισματικός κίνδυνος
Οι ουκρανικές επιθέσεις σε εγκαταστάσεις διύλισης, αποθήκευσης και μεταφοράς πετρελαίου έχουν πλέον συνέπειες που ξεπερνούν το στρατιωτικό πεδίο. Σύμφωνα με καταγραφή του Associated Press, από τον Μάρτιο είχαν αναφερθεί περισσότερες από 50 επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές, ενώ αρκετές εγκαταστάσεις χτυπήθηκαν επανειλημμένα.
Η ποσότητα αργού που μετατράπηκε σε καύσιμα τον Ιούνιο μειώθηκε κατά περίπου 25% σε ετήσια βάση, στα 3,95 εκατ. βαρέλια ημερησίως, το χαμηλότερο επίπεδο σε περισσότερες από δύο δεκαετίες. Η παραγωγή βενζίνης υποχώρησε κατά περίπου 17%, στα 850.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ αναλυτές εκτιμούν ότι έως και το ένα τρίτο της ρωσικής δυναμικότητας διύλισης έχει τεθεί εκτός λειτουργίας.
Η άνοδος των καυσίμων μεταφέρεται πλέον στις τιμές μεταφορών, στα αγροτικά κόστη, στις επιχειρηματικές δαπάνες και τελικά στις προσδοκίες για τον γενικό πληθωρισμό. Αυτό περιορίζει την ικανότητα της κεντρικής τράπεζας να μειώσει γρήγορα το κόστος δανεισμού, παρά την έντονη επιβράδυνση της οικονομίας.
Υψηλό επιτόκιο για μεγαλύτερο διάστημα
Το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ρωσίας προβλέπει μέσο επιτόκιο 14,5%–14,6% για το σύνολο του 2026 και 10,5%–12,5% για το 2027. Οι προβλέψεις αυτές υποδηλώνουν ότι η νομισματική πολιτική θα παραμείνει περιοριστική για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι ανέμεναν προηγουμένως οι αγορές.
Η κεντρική τράπεζα επισήμανε ακόμη ότι οι κίνδυνοι που μπορούν να ενισχύσουν τον πληθωρισμό εξακολουθούν να υπερισχύουν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι δευτερογενείς επιπτώσεις από την προσωρινή απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας, η αύξηση των μισθών με ταχύτερο ρυθμό από την παραγωγικότητα, οι υψηλότερες δημόσιες δαπάνες και η γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Η επόμενη συνεδρίαση για τα επιτόκια θα πραγματοποιηθεί στις 11 Σεπτεμβρίου 2026. Μέχρι τότε, η πορεία της βενζίνης, η δυνατότητα επισκευής των διυλιστηρίων και η εξέλιξη των ουκρανικών επιθέσεων θα αποτελούν βασικές μεταβλητές για τις αποφάσεις της Ελβίρας Ναμπιούλινα.
Strategist View: Η μείωση στο 14% δεν αποτελεί ένδειξη ότι η Ρωσία ξεπέρασε τον πληθωρισμό. Αντίθετα, αποκαλύπτει πόσο στενό έχει γίνει το περιθώριο πολιτικής της Μόσχας. Η οικονομία χρειάζεται φθηνότερο χρήμα, αλλά η ενεργειακή υποδομή που στηρίζει τα δημόσια έσοδα, τις μεταφορές και την πολεμική παραγωγή έχει μετατραπεί σε πηγή νέου πληθωριστικού κινδύνου.
Πηγές: Τράπεζα της Ρωσίας, Associated Press.