H αμερικανική άρνηση να εγκρίνει, σε αυτή τη φάση, ισραηλινά πλήγματα κατά εθνικών υποδομών του Ιράν, όπως δίκτυα ηλεκτρισμού, ύδρευσης, φυσικού αερίου, σταθμούς παραγωγής ενέργειας και μονάδες αφαλάτωσης, προκαλεί απογοήτευση στο Ισραήλ, σύμφωνα με δημοσίευμα της ισραηλινής εφημερίδας «Μααρίβ».
Κατά το δημοσίευμα, η διαφωνία αυτή βρίσκεται στον πυρήνα των συνομιλιών Ισραήλ και ΗΠΑ για το επόμενο βήμα στον πόλεμο. Το Ισραήλ φέρεται να υποστηρίζει ότι η πίεση προς την Τεχεράνη πρέπει να αυξηθεί σταδιακά, καθώς η αρχική στόχευση φθείρεται ως τακτική και κάθε νέο πλήγμα σε καθαρά στρατιωτικούς ή βιομηχανικούς στόχους αποδίδει λιγότερο από τα προηγούμενα.
Η Ουάσινγκτον, αντίθετα, ανησυχεί ότι μετάβαση από στρατιωτικές και βιομηχανικές υποδομές σε καθαρά πολιτικές και εθνικές εγκαταστάσεις μπορεί να πυροδοτήσει ευρύτερη περιφερειακή έκρηξη, ιδίως εάν η Τεχεράνη απαντήσει χτυπώντας ενεργειακές υποδομές κρατών του Κόλπου. Η ανησυχία αυτή εντάσσεται στο ήδη τεταμένο περιβάλλον γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Η «Μααρίβ» αναφέρει επίσης ότι, στο ισραηλινό οικοδόμημα ασφαλείας, θεωρείται απίθανο να ξεσπάσει μαζική λαϊκή εξέγερση στο Ιράν όσο οι μάχες συνεχίζονται, καθώς μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να θεωρηθεί προδοσία υπό συνθήκες πολέμου. Ωστόσο, η εκτίμηση είναι ότι, μετά το τέλος των εχθροπραξιών, οι πιθανότητες εσωτερικής αναταραχής θα αυξηθούν σημαντικά, γεγονός που εξηγεί και τη στενή παρακολούθηση μειονοτικών πληθυσμών, όπως οι Κούρδοι και οι Μπαλούχοι.
Σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα, υπήρξε προεργασία για ενεργοποίηση κουρδικών παραγόντων, ακόμη και με εξοπλισμό και εκπαίδευση, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες σταμάτησαν την προσπάθεια άσκησαν βέτο, κυρίως ένεκα της έντονης αντίδρασης της Άγκυρας. Ισραηλινοί παράγοντες φέρονται να εκφράζουν απογοήτευση για το αμερικανικό μπλοκάρισμα, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζουν ότι η ευρύτερη εκστρατεία κατά του Ιράν διεξάγεται σε στενό συντονισμό με τον Ντόναλντ Τραμπ, με ότι αυτό επιβάλλει.