Οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουνίου στην Αρμενία ξεπερνούν τα στενά όρια μιας εσωτερικής πολιτικής αναμέτρησης. Για πολλούς, η κάλπη θα καθορίσει όχι μόνο την πορεία της χώρας, αλλά και τον γεωπολιτικό της προσανατολισμό τα επόμενα χρόνια. Το μεγάλο δίλημμα αφορά το κατά πόσο το Ερεβάν θα συνεχίσει να κινείται στη ρωσική σφαίρα επιρροής ή αν θα επιχειρήσει μια πιο αποφασιστική στροφή προς την Ευρώπη και τη Δύση.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Νικόλ Πασινιάν επιδιώκει τα τελευταία χρόνια στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα μετά την τραυματική απώλεια του Ναγκόρνο Καραμπάχ το 2023. Από την άλλη πλευρά, η φιλορωσική αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι οδηγεί τη χώρα σε μια επικίνδυνη ρήξη με τη Μόσχα, χωρίς να διαθέτει ούτε τις στρατιωτικές ούτε τις οικονομικές αντοχές για μια τέτοια επιλογή.
Το ερώτημα, όμως, είναι βαθύτερο και δεν αφορά μόνο την Αρμενία. Πόσο συμφέρει πραγματικά στο Ερεβάν να συγκρουστεί με τη Ρωσία; Και πόσο έτοιμη είναι η ίδια η Ευρώπη να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Μόσχα σε μια περίοδο όπου ήδη αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές, ενεργειακές και αμυντικές πιέσεις;
Η πραγματικότητα είναι πως η Αρμενία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη Ρωσία. Η οικονομία της συνδέεται στενά με τη ρωσική αγορά, η ενεργειακή της ασφάλεια εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη Μόσχα, ενώ στο αρμενικό έδαφος εξακολουθεί να λειτουργεί ρωσική στρατιωτική βάση. Παράλληλα, η χώρα βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα εξαιρετικά ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, ανάμεσα σε Αζερμπαϊτζάν, Τουρκία και Ιράν.
Μπορεί, λοιπόν, μια μικρή χώρα τριών εκατομμυρίων κατοίκων να απομακρυνθεί από τη Ρωσία χωρίς σοβαρό κόστος; Και ακόμη σημαντικότερο, είναι βέβαιο πως η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα αλλά και τη βούληση να υποκαταστήσει πλήρως τη ρωσική επιρροή στην περιοχή;
Οι Βρυξέλλες εμφανίζονται ολοένα και πιο ενεργές στον Νότιο Καύκασο, επιχειρώντας να ενισχύσουν πολιτικά και οικονομικά την Αρμενία. Ωστόσο, πολλοί εκφράζουν ανησυχία ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να επεκταθεί γεωπολιτικά πολύ πέρα από τις πραγματικές δυνατότητές της.
Η συζήτηση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και στρατηγική. Πόσες ακόμη χώρες μπορεί να «σηκώσει» πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά η Ευρώπη; Πού αρχίζει και πού τελειώνει τελικά η Ευρώπη; Μέχρι ποιο σημείο επεκτείνεται η ευρωπαϊκή γεωπολιτική ομπρέλα χωρίς να δημιουργούνται νέες εστίες έντασης με τη Ρωσία;
Η περίπτωση της Ουκρανίας έχει ήδη προκαλέσει βαθιά ρήγματα στις σχέσεις Δύσης και Μόσχας. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες βιώνουν πληθωριστικές πιέσεις, ενεργειακή ανασφάλεια και αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί διερωτώνται αν η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να κινηθεί πιο προσεκτικά πριν επενδύσει πολιτικά σε νέες γεωπολιτικές συγκρούσεις στα σύνορά της.
Η πραγματικότητα είναι πως μια ενδεχόμενη ρήξη της Αρμενίας με τη Ρωσία θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη για το ίδιο το Ερεβάν. Η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ρωσική οικονομία, την ενέργεια και την ασφάλεια, ενώ βρίσκεται περικυκλωμένη από ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον με ανοιχτές πληγές και εύθραυστες ισορροπίες. Υπό αυτές τις συνθήκες, αρκετοί εκτιμούν πως η πλήρης απομάκρυνση από τη Μόσχα θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα λύσει, ιδιαίτερα για μια μικρή χώρα με περιορισμένες δυνατότητες άμυνας και γεωπολιτικών ελιγμών.
Την ίδια στιγμή, ολοένα και περισσότεροι στην Ευρώπη διερωτώνται κατά πόσο συμφέρει και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο έντασης με τη Ρωσία. Η ουκρανική κρίση έχει ήδη επιβαρύνει οικονομικά και ενεργειακά πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίζουν να αυξάνουν το αίσθημα αβεβαιότητας στην ήπειρο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ενισχύονται οι φωνές που υποστηρίζουν πως η Ευρώπη οφείλει να κινηθεί με μεγαλύτερη προσοχή, αποφεύγοντας νέες συγκρούσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε ακόμη βαθύτερη αστάθεια στις σχέσεις της με τη Μόσχα.
Ω.