- Προσοντούχοι που συμμετείχαν στη διαδικασία του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου εκφράζουν έντονη απογοήτευση για τις τελικές επιλογές.
- Η πολιτική σύνδεση δεν ακυρώνει αυτομάτως τα προσόντα κανενός, αλλά η επανάληψη συγκεκριμένων πολιτικών προφίλ τραυματίζει την αξιοπιστία του θεσμού.
- Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν η τράπουλα ήταν σημαδεμένη, αλλά ότι πολλοί πολίτες αισθάνονται πως το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο.
Του Άρη
Κοροϊδία για τους πολίτες το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο.
Ο θεσμός παρουσιάστηκε ως η μεγάλη απάντηση στην κομματική ημετεροκρατία. Οι πολίτες κλήθηκαν να στείλουν βιογραφικά, να καταθέσουν προσόντα και να πιστέψουν ότι αυτή τη φορά οι διορισμοί στους Ημικρατικούς Οργανισμούς θα περνούσαν μέσα από ένα πιο αξιοκρατικό φίλτρο.
Για τις 94 θέσεις σε 12 οργανισμούς κατατέθηκε μαζικό ενδιαφέρον, όπως είχε καταγράψει το Strategist στο ρεπορτάζ για τη διαδικασία του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Αξιολογήσεις, συνεντεύξεις και κατάλογοι υποψηφίων έδωσαν την εικόνα μιας σοβαρής θεσμικής άσκησης.
Μετά τις τελικές επιλογές, όμως, αρκετοί από όσους μπήκαν στον κόπο να συμμετάσχουν αισθάνονται ότι απλώς πρόσφεραν το δημοκρατικό ντεκόρ σε αποφάσεις που είχαν ήδη πολιτικό χρώμα.
«Είναι κοροϊδία», μας είπαν προσοντούχοι που έστειλαν τα βιογραφικά τους και περίμεναν ότι θα κριθούν σε μια πραγματικά ανοικτή διαδικασία.
Η απογοήτευση δεν γεννήθηκε σήμερα. Άτομα που είχαν κάνει αίτηση και στην προηγούμενη διαδικασία μάς το είπαν ακόμη πιο ωμά: «Η τράπουλα είναι σημαδεμένη. Γιατί να μπούμε ξανά στον κόπο;»
Κάπως έτσι ένας νέος θεσμός, που σχεδιάστηκε δήθεν για περισσότερη αξιοκρατία, κινδυνεύει να καταλήξει φύλλο συκής για περισσότερη ημετεροκρατία.
Ασφαλώς, η πολιτική προέλευση ή η προσωπική γνωριμία με τον Πρόεδρο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάποιος στερείται προσόντων. Ούτε κάθε πρόσωπο που συνδέεται με το ΔΗΚΟ ή είχε στηρίξει τον Νίκο Χριστοδουλίδη είναι εκ προοιμίου ακατάλληλο.
Όταν, όμως, οι επιλογές εμφανίζουν ξανά και ξανά το ίδιο πολιτικό αποτύπωμα, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πώς ακριβώς λειτούργησε το φίλτρο της αξιοκρατίας.
Ιδιαίτερα όταν είχε ήδη καταγραφεί δημόσια η απαίτηση του ΔΗΚΟ για ισχυρότερη παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων και η πρόθεση του Προεδρικού να ικανοποιήσει τον κυβερνητικό εταίρο με έναν ικανοποιητικό αριθμό στελεχών.
Διότι το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο μπορεί να αξιολογεί και να εισηγείται. Την τελική απόφαση, όμως, την παίρνει το Υπουργικό Συμβούλιο. Εκεί ακριβώς τελειώνει η τεχνοκρατία και αρχίζει η πολιτική.
Το αποτέλεσμα δεν εμπεδώνει μόνο την αίσθηση της αναξιοκρατίας. Εμπεδώνει κάτι χειρότερο: την αίσθηση της κοροϊδίας. Ότι οι πολίτες κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε μια επίσημη διαδικασία, να επενδύσουν χρόνο και ελπίδα, για να νομιμοποιήσουν τελικά επιλογές που μοιάζουν να υπακούουν στις παλιές, γνώριμες ισορροπίες.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιμένει ότι όλα έγιναν θεσμικά. Οι προσοντούχοι, όμως, βλέπουν ποιοι μπήκαν στα Διοικητικά Συμβούλια και βγάζουν τα δικά τους συμπεράσματα.
Η τράπουλα δεν χρειάζεται καν να είναι σημαδεμένη. Αρκεί ο πολίτης να βλέπει ότι κερδίζουν πάντοτε οι ίδιοι.