Νέο μέτωπο ανοίγει στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ενεργοποίησε πρόσθετους δασμούς σε προϊόντα από 60 εμπορικούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ, επικαλούμενη ανεπαρκή αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας.
Οι νέοι συντελεστές διαμορφώνονται σε 10% και 12,5%, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσει η Ουάσιγκτον κάθε οικονομία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διαθέτει σχετική νομοθεσία αλλά κατηγορείται από την αμερικανική πλευρά για ανεπαρκή εφαρμογή, υπάγεται στον συντελεστή 10%.
Η εξέλιξη επιβεβαιώνει το νέο δασμολογικό πλαίσιο που είχε παρουσιάσει το Strategist πριν από την εκπνοή του προσωρινού καθεστώτος. Η διαφορά είναι ότι οι ευρωπαϊκές ανησυχίες έχουν πλέον μετατραπεί σε επίσημη διπλωματική αντίδραση.
Η Κάλας απορρίπτει το αμερικανικό επιχείρημα
Η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική, Κάγια Κάλας, αμφισβήτησε ευθέως τη βάση των αμερικανικών μέτρων. Υπογράμμισε ότι η Ευρώπη διαθέτει ισχυρή εργατική νομοθεσία, πληρωμένες άδειες και υψηλά πρότυπα προστασίας των εργαζομένων, χαρακτηρίζοντας την αιτιολόγηση της Ουάσιγκτον αβάσιμη.
Οι Βρυξέλλες θα ζητήσουν επίσημες διευκρινίσεις. Η Κάλας επισήμανε επίσης ότι η ΕΕ τήρησε τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας του 2025 και αντιμετωπίζει τους νέους δασμούς ως αρνητική έκπληξη.
Η ένσταση της ευρωπαϊκής πλευράς δεν αφορά μόνο το ύψος της επιβάρυνσης. Αφορά κυρίως την αξιοπιστία μιας συμφωνίας που υποτίθεται ότι θα περιόριζε την αβεβαιότητα στις εμπορικές σχέσεις των δύο μεγαλύτερων δυτικών οικονομικών πόλων.
Η συμφωνία που τώρα δοκιμάζεται
Η εμπορική συνεννόηση ΗΠΑ–ΕΕ είχε επιτευχθεί τον Ιούλιο του 2025. Στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, η Ένωση μηδένισε από την 1η Ιουλίου 2026 τους δασμούς σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και βελτίωσε την πρόσβαση για ορισμένα μη ευαίσθητα αγροδιατροφικά αγαθά.
Η επιβολή νέου οριζόντιου συντελεστή δημιουργεί ερώτημα για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να δεσμεύεται από το πνεύμα της συμφωνίας. Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, η αβεβαιότητα είναι σχεδόν εξίσου επιβαρυντική με τον ίδιο τον δασμό, επειδή δυσκολεύει τον προγραμματισμό τιμών, επενδύσεων και εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η νέα νομική διαδρομή του Τραμπ
Οι νέοι δασμοί αποτελούν προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να επαναφέρει ένα σχεδόν παγκόσμιο δασμολογικό σύστημα, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που περιόρισε τη χρήση έκτακτων προεδρικών εξουσιών για εμπορικά μέτρα.
Η Ουάσιγκτον στράφηκε αυτή τη φορά στις πρόνοιες του Section 301 του Trade Act, συνδέοντας την επιβολή δασμών με έρευνα για την καταναγκαστική εργασία. Οι χώρες που διαθέτουν απαγορεύσεις αλλά, κατά τις ΗΠΑ, δεν τις εφαρμόζουν αποτελεσματικά επιβαρύνονται με 10%. Όσες θεωρείται ότι δεν διαθέτουν επαρκές πλαίσιο αντιμετωπίζουν συντελεστή 12,5%.
Η επιλογή της καταναγκαστικής εργασίας προσφέρει ισχυρό πολιτικό μήνυμα, αλλά οι επικριτές της πολιτικής Τραμπ θεωρούν ότι ένα σοβαρό ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρησιμοποιείται ως νομικό όχημα για την επαναφορά των δασμών που ακυρώθηκαν.
Τι διακυβεύεται για την Ευρώπη
Οι νέες επιβαρύνσεις μπορούν να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα ευρωπαϊκών προϊόντων στην αμερικανική αγορά, να πιέσουν τα περιθώρια κέρδους και να οδηγήσουν μέρος του κόστους στους καταναλωτές. Παράλληλα, αυξάνεται ο κίνδυνος αντιμέτρων και μιας νέας ακολουθίας εμπορικών πιέσεων.
Η πρώτη ευρωπαϊκή αντίδραση είναι προσεκτική: αμφισβήτηση, αίτημα για εξηγήσεις και υπενθύμιση της υφιστάμενης συμφωνίας. Δεν αποτελεί ακόμη ανακοίνωση αντιποίνων. Εάν όμως η Ουάσιγκτον επιμείνει ή επεκτείνει το μέτρο, η συζήτηση στις Βρυξέλλες θα μετακινηθεί αναπόφευκτα από τη διπλωματική διαμαρτυρία στα διαθέσιμα εμπορικά εργαλεία της Ένωσης.
Πηγές: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, USTR και δηλώσεις της Κάγια Κάλας στο Reuters.