Με προειδοποίηση για απεργία πείνας έξω από το Προεδρικό κλιμακώνει ο Φειδίας Παναγιώτου την πίεση προς την κυβέρνηση για το ηλεκτρικό ρεύμα. Η τοποθέτησή του συνδέεται με συγκεκριμένη προϋπόθεση: ενδεχόμενη επαναφορά του ΦΠΑ από 5% σε 19%. Δεν αποτελεί ανακοίνωση ότι ξεκίνησε απεργία πείνας ούτε επιβεβαίωση ότι έχει ληφθεί απόφαση άμεσης αύξησης του φόρου.
- Η προειδοποίηση αφορά ενδεχόμενη επαναφορά του ΦΠΑ στο 19%, όχι έναρξη απεργίας σήμερα.
- Ο συντελεστής 5% έχει ήδη θεσπιστεί έως 31 Μαρτίου 2027.
- Η πολιτική σύγκρουση δεν υποκαθιστά την κοστολόγηση της ζητούμενης μείωσης.
Στην παρέμβασή του στις 7 Σεπτεμβρίου, ο ευρωβουλευτής επανέφερε τον στόχο για μείωση του ρεύματος κατά περίπου 20%. Ζήτησε διατήρηση της φορολογικής ελάφρυνσης, παρέμβαση στην επιβάρυνση που συνδέει με τα δικαιώματα εκπομπών και διάθεση σχετικών εσόδων τόσο σε υποδομές όσο και σε στήριξη καταναλωτών. Οι θέσεις του συνιστούν πρόταση πολιτικής και χρειάζονται ξεχωριστή αξιολόγηση από τις καταγγελίες που τη συνοδεύουν.
Μια κρίσιμη ημερομηνία στη συζήτηση
Σύμφωνα με το κυβερνητικό πακέτο που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο και την ενημέρωση για τα διατάγματα ΦΠΑ, ο συντελεστής 5% στην οικιακή ηλεκτρική ενέργεια εφαρμόζεται από 1 Μαΐου 2026 έως 31 Μαρτίου 2027. Επομένως, η διατήρησή του δεν είναι νέο μέτρο που ενεργοποιείται μετά τη σημερινή παρέμβαση.
Αυτό δεν αφαιρεί τη σημασία της συζήτησης για το τι θα γίνει μετά τη λήξη του. Αλλά αλλάζει το ερώτημα που τίθεται σήμερα: μιλάμε για αποφυγή μιας μελλοντικής επιβάρυνσης ή για πρόσθετη ελάφρυνση σε σχέση με όσα πληρώνει ήδη ένα νοικοκυριό; Η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται πιο καθαρή όταν οι δύο στόχοι δεν παρουσιάζονται ως ταυτόσημοι.
Από την πίεση στη μετρήσιμη δέσμευση
Το κόστος του ηλεκτρισμού προσφέρεται για ισχυρά πολιτικά μηνύματα επειδή αφορά σχεδόν κάθε δραστηριότητα: το σπίτι, το μικρό κατάστημα, την παραγωγή και τις υπηρεσίες. Η κυβέρνηση κρίνεται από το τελικό αποτέλεσμα, ενώ όποιος εισηγείται εναλλακτική λύση κρίνεται από το αν μπορεί να την κοστολογήσει και να εξηγήσει ποιος θα τη χρηματοδοτήσει.
Η επιστροφή χρημάτων μέσω λογαριασμών και η επένδυση στο δίκτυο λειτουργούν σε διαφορετικούς χρόνους. Η πρώτη μπορεί να μειώσει μια πληρωμή, εφόσον θεσπιστεί συγκεκριμένο σχέδιο. Η δεύτερη αποβλέπει στη μείωση προβλημάτων και κόστους του συστήματος σε βάθος χρόνου. Χρειάζονται προϋπολογισμός, χρονοδιάγραμμα και έλεγχος αποτελέσματος, όχι μόνο κατανομή ποσοστών.
Εξίσου σημαντικό είναι να διαχωρίζεται η κριτική από την απόδειξη. Ισχυρισμοί ότι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς επιδιώκουν σκόπιμα ακριβότερο ρεύμα δεν τεκμηριώνονται απλώς από το ότι υπάρχουν φορολογικά έσοδα ή επιχειρηματικά κέρδη. Η ύπαρξη κινήτρων πρέπει να εξετάζεται με στοιχεία και με το πραγματικό θεσμικό πλαίσιο.
Το ουσιαστικό επόμενο βήμα θα ήταν ένα συγκρίσιμο σχέδιο: ίδια κατανάλωση, σημερινός λογαριασμός, νέος λογαριασμός, κόστος για το κράτος και ημερομηνία εφαρμογής. Έτσι ο πολίτης μπορεί να κρίνει την πρόταση ανεξάρτητα από τον τόνο της αντιπαράθεσης. Χωρίς αυτά, το τελεσίγραφο αυξάνει την πολιτική πίεση, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι εξασφαλίστηκε η ζητούμενη μείωση.