Οι τελευταίες επαφές των Αμερικανών διαμεσολαβητών Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στη Μόσχα και στο Κίεβο δεν οδήγησαν σε κάποια θεαματική εξέλιξη. Δεν ανακοινώθηκε συμφωνία ούτε άμεση κατάπαυση του πυρός. Δημιούργησαν όμως κάτι που το τελευταίο διάστημα απουσίαζε εντελώς: έναν ενεργό δίαυλο επικοινωνίας και την προοπτική επανέναρξης απευθείας συνομιλιών μεταξύ Μόσχας και Κιέβου. Σύμφωνα με το Reuters, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι εμφανίστηκαν ενθαρρυμένοι από ορισμένες νέες ιδέες και εξέφρασαν την ελπίδα ότι σύντομα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένας νέος γύρος διαπραγματεύσεων.
Η ώρα της διπλωματίας
Ακόμη κι αν οι επαφές δεν απέφεραν άμεσο αποτέλεσμα, η επανεκκίνηση της διπλωματίας αποτελεί τη μοναδική ρεαλιστική διέξοδο. Ύστερα από τόσα χρόνια πολέμου, είναι πλέον σαφές ότι καμία πλευρά δεν μπορεί να επιτύχει όλους τους στόχους της χωρίς να προκληθεί ακόμη μεγαλύτερη αιματοχυσία. Για να υπάρξει ειρήνη, πρέπει να εγκαταλειφθούν οι μαξιμαλιστικές επιδιώξεις και να γίνουν αποδεκτές οι πραγματικότητες επί του εδάφους και οι συσχετισμοί που έχουν διαμορφωθεί. Διαφορετικά, ο πόλεμος θα συνεχίζεται χωρίς ορατό τέλος και το τίμημα θα γίνεται καθημερινά βαρύτερο.
Το αγκάθι του ΝΑΤΟ
Για να υπάρξει ειρήνη, η Δύση οφείλει να αποδεχθεί ότι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ δεν αποτελεί πλέον ρεαλιστική επιλογή. Η επιμονή σε αυτή την προοπτική λειτουργεί ως μόνιμο εμπόδιο σε οποιαδήποτε συμφωνία και εντείνει την ανασφάλεια αντί να δημιουργεί συνθήκες ειρήνης. Παραβλέπει επίσης, το πνεύμα των συνεννοήσεων και των πολιτικών διαβεβαιώσεων που δόθηκαν κατά την περίοδο επανένωσης της Γερμανίας και διάλυσης της ΕΣΣΔ σχετικά με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Η απαίτηση να παραμείνει ανοικτός ο δρόμος ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ενώ είναι γνωστό ότι αυτό αποτελεί κόκκινη γραμμή για τη Μόσχα, είναι εξωπραγματική. Δεν οδηγεί σε λύση, αλλά αναπαράγει μία από τις βασικές αιτίες της σύγκρουσης. Μια συμφωνημένη ουδετερότητα της Ουκρανίας, συνοδευόμενη από ισχυρές, συγκεκριμένες και αξιόπιστες διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ενός αναγκαίου συμβιβασμού.
Το ανθρώπινο τίμημα πίσω από τους αριθμούς
Πίσω από τους χάρτες, τις στρατιωτικές ανακοινώσεις και τις γεωπολιτικές αναλύσεις υπάρχουν άνθρωποι. Νέοι που σκοτώνονται ή ακρωτηριάζονται, οικογένειες που διαλύονται και παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον φόβο. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει τα σπίτια τους, τον τόπο τους, τα παραγωγικότερα χρόνια της ζωής τους και τη δυνατότητα να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Μια ολόκληρη γενιά κινδυνεύει να σημαδευτεί ανεξίτηλα. Όταν ένας πόλεμος μετατρέπεται σε καθημερινή συνήθεια, οι αριθμοί αρχίζουν να κρύβουν την ανθρώπινη τραγωδία. Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στα πεδία των μαχών. Είναι γεωπολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές. Η διεθνής ασφάλεια έχει γίνει περισσότερο εύθραυστη, η αντιπαράθεση των μεγάλων δυνάμεων βαθύτερη και ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης μεγαλύτερος. Παράλληλα, το ενεργειακό κόστος, οι αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες, η αβεβαιότητα στις αγορές και η πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς μεταφέρονται στα νοικοκυριά. Οι κοινωνίες καλούνται να πληρώσουν έναν πόλεμο πάνω στον οποίο δεν έχουν ουσιαστικά κανέναν έλεγχο.
Η Ευρώπη πρέπει να αναθεωρήσει τη στάση της
Ειδικά η Ευρώπη πρέπει να αναθεωρήσει τη στάση της. Δεν αρκεί να επαναλαμβάνει ότι θα συνεχίσει την ίδια πολιτική «για όσο χρειαστεί», χωρίς να εξηγεί ποιος είναι ο τελικός πολιτικός στόχος, πώς μπορεί να επιτευχθεί και ποιο θα είναι το συνολικό κόστος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται αυτοτελή στρατηγική ειρήνης: συγκεκριμένες προτάσεις, ενεργό διπλωματική παρουσία και έναν οδικό χάρτη που θα συνδυάζει τις εγγυήσεις ασφαλείας με την αναζήτηση βιώσιμου συμβιβασμού. Η διπλωματία δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Είναι η μόνη σοβαρή επιλογή όταν η στρατιωτική αντιπαράθεση δεν παράγει λύση, αλλά ανακυκλώνει τον θάνατο και την καταστροφή.
Το σήμα κινδύνου από τη Γερμανία
Το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ της Γερμανίας πρέπει να λειτουργήσει ως καμπανάκι κινδύνου. Η ακροδεξιά κατέγραψε ιστορική νίκη με ποσοστό περίπου 44%, υπερδιπλασιάζοντας τη δύναμή της σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιφερειακές εκλογές. Μπορεί να μην εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά το πολιτικό μήνυμα είναι εκκωφαντικό. Βέβαια θα αποτελούσε υπεραπλούστευση να αποδοθεί η νίκη του AFD αποκλειστικά και μόνο στις συνέπειες που μετακύλησε στη γερμανική κοινωνία ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η μετανάστευση, οι περιφερειακές ανισότητες, η ανασφάλεια και η απογοήτευση από τα παραδοσιακά κόμματα διαδραματίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο. Δεν μπορεί, όμως, να αγνοηθεί η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης ένεκα του πολέμου και η διάχυτη αίσθηση ότι οι ευρωπαϊκές ηγεσίες ζητούν συνεχώς νέες θυσίες χωρίς να παρουσιάζουν μια πειστική προοπτική εξόδου από την κρίση. Όταν οι πολίτες δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους και βλέπουν το κοινωνικό κράτος να υποχωρεί, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται διαρκώς, οι ακραίες πολιτικές δυνάμεις βρίσκουν πρόσφορο ακροατήριο. Η ιστορία της ίδιας της Ευρώπης θα έπρεπε να μας έχει διδάξει πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει αυτός ο συνδυασμός.
Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός
Οι επαφές των Αμερικανών διαμεσολαβητών δεν τερμάτισαν τον πόλεμο. Μπορούν ωστόσο, να αποτελέσουν την αρχή μιας διαφορετικής πορείας. Το ζητούμενο δεν είναι μια πρόχειρη συμφωνία που θα καταρρεύσει στην πρώτη κρίση, αλλά ένας δύσκολος και έντιμος συμβιβασμός, με σαφείς δεσμεύσεις, εγγυήσεις ασφαλείας και αποτελεσματικούς μηχανισμούς εφαρμογής.
Κάθε νέα ημέρα πολέμου προσθέτει νεκρούς, τραυματίες, πρόσφυγες, χρέη και μίσος. Η ειρήνη δεν θα είναι τέλεια και πιθανότατα δεν θα ικανοποιεί πλήρως καμία πλευρά. Αυτή όμως, είναι συνήθως η φύση των βιώσιμων συμφωνιών. Ο πραγματικός ρεαλισμός σήμερα δεν είναι η συνέχιση ενός πολέμου χωρίς ορατό τέλος. Είναι η πολιτική γενναιότητα να αρχίσει επιτέλους, η σοβαρή αναζήτηση της λύσης.
Ω.