Η Γερμανία δεν εξετάζει πλέον μόνο πώς θα μειώσει τη δική της εξάρτηση από την Κίνα. Χαρτογραφεί και τα σημεία στα οποία η ίδια η κινεζική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από τη γερμανική και ευρωπαϊκή τεχνολογία.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, Γερμανοί αξιωματούχοι αναλύουν ανεπίσημα εμπορικές ροές, εφοδιαστικές αλυσίδες και στοιχεία σε επίπεδο επιχειρήσεων, ώστε να εντοπίσουν τα εργαλεία πίεσης που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε περίπτωση νέου εμπορικού πολέμου με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Η κίνηση σηματοδοτεί αλλαγή νοοτροπίας. Για χρόνια, η συζήτηση στην Ευρώπη επικεντρωνόταν στην εξάρτηση από κινεζικές πρώτες ύλες, μπαταρίες, ηλιακά πάνελ και βιομηχανικά εξαρτήματα. Τώρα το Βερολίνο εξετάζει και την αντίθετη πλευρά της σχέσης: πού το Πεκίνο δεν μπορεί ακόμη να αντικαταστήσει εύκολα την ευρωπαϊκή εξειδίκευση.
Οι Trumpf και Carl Zeiss στο επίκεντρο
Στα πρώτα ευρήματα περιλαμβάνονται δύο εμβληματικές γερμανικές εταιρείες: η Trumpf και η Carl Zeiss. Οι τεχνολογίες τους έχουν κρίσιμο ρόλο στην κατασκευή προηγμένων ημιαγωγών.
Η Trumpf ειδικεύεται, μεταξύ άλλων, σε βιομηχανικά laser υψηλής ακρίβειας. Η Zeiss παράγει οπτικά συστήματα εξαιρετικά υψηλών προδιαγραφών που χρησιμοποιούνται στον εξοπλισμό λιθογραφίας για την παραγωγή chips. Πρόκειται για τεχνολογίες με υψηλά εμπόδια εισόδου, πολυετή ερευνητική βάση και πολύ περιορισμένο αριθμό εναλλακτικών προμηθευτών.
Αν και εκπρόσωπος της Trumpf αμφισβήτησε ότι η εταιρεία εξάγει στην Κίνα προϊόντα στρατηγικής σημασίας, η αναφορά της στη γερμανική χαρτογράφηση δείχνει τη λογική της άσκησης: το Βερολίνο αναζητά κλάδους όπου ακόμη και μια μικρή διακοπή πρόσβασης θα είχε δυσανάλογη επίδραση στην κινεζική παραγωγή.
Γιατί η Γερμανία προετοιμάζεται τώρα
Η οικονομική σχέση Γερμανίας–Κίνας είναι βαθιά και αμφίδρομη. Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, οι βιομηχανικοί όμιλοι και οι κατασκευαστές μηχανημάτων έχουν επενδύσει επί δεκαετίες στην κινεζική αγορά. Ταυτόχρονα, η γερμανική βιομηχανία εξαρτάται από κινεζικές εισαγωγές σε κρίσιμες πρώτες ύλες, ηλεκτρονικά και εξαρτήματα καθαρής ενέργειας.
Η ένταση αυξάνεται για τέσσερις βασικούς λόγους:
- οι ευρωπαϊκοί δασμοί και οι έρευνες για κινεζικές επιδοτήσεις,
- οι περιορισμοί εξαγωγής τεχνολογίας και εξοπλισμού chips,
- η πίεση από φθηνότερα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και βιομηχανικά προϊόντα,
- και ο κίνδυνος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής κρίσης γύρω από την Ταϊβάν.
Η εμπειρία της Ευρώπης με το ρωσικό φυσικό αέριο έδειξε ότι μια εμπορική εξάρτηση μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε γεωπολιτικό όπλο. Η γερμανική κυβέρνηση δεν θέλει να βρεθεί ξανά χωρίς εναλλακτικό σχέδιο.
Το «de-risking» περνά στη δεύτερη φάση
Η ευρωπαϊκή πολιτική δεν μιλά επίσημα για πλήρη αποσύνδεση από την Κίνα. Χρησιμοποιεί τον όρο de-risking, δηλαδή μείωση του κινδύνου σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η πρώτη φάση αφορούσε τον εντοπισμό των ευρωπαϊκών εξαρτήσεων. Η δεύτερη φαίνεται να περιλαμβάνει:
- χαρτογράφηση των κινεζικών εξαρτήσεων,
- προετοιμασία πιθανών ελέγχων εξαγωγών,
- συντονισμό με ευρωπαϊκές και αμερικανικές πολιτικές,
- και δημιουργία διαπραγματευτικών εργαλείων πριν ξεσπάσει η κρίση.
Η προσέγγιση αυτή είναι πιο επιθετική από την απλή προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς. Σημαίνει ότι η Γερμανία θέλει να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια μέτρα θα μπορούσαν να προκαλέσουν πραγματικό κόστος στο Πεκίνο.
Ο κίνδυνος αντιποίνων
Η χαρτογράφηση δεν σημαίνει ότι το Βερολίνο επιθυμεί εμπορικό πόλεμο. Αντίθετα, η γερμανική οικονομία είναι από τις πιο εκτεθειμένες σε μια τέτοια σύγκρουση.
Η Κίνα θα μπορούσε να απαντήσει περιορίζοντας:
- την πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και κρίσιμα μέταλλα,
- την εξαγωγή μπαταριών και προηγμένων υλικών,
- τη λειτουργία ευρωπαϊκών εταιρειών στην κινεζική αγορά,
- ή τις παραγγελίες γερμανικών αυτοκινήτων και μηχανημάτων.
Για αυτό το Βερολίνο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αποτροπή και στη διατήρηση των εμπορικών σχέσεων. Η υπουργός Οικονομίας Katherina Reiche έχει ήδη προειδοποιήσει ότι τα ευρωπαϊκά μέτρα δεν πρέπει να πλήξουν αδικαιολόγητα τις εξαγωγές προς την Κίνα.
Τι σημαίνει για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
Οι εταιρείες θα κληθούν να γνωρίζουν όχι μόνο τους άμεσους προμηθευτές τους, αλλά και ολόκληρη την αλυσίδα έως τις πρώτες ύλες και τα κρίσιμα υποσυστήματα. Συμβόλαια, εναλλακτικοί προμηθευτές, αποθέματα ασφαλείας και γεωγραφική διαφοροποίηση αποκτούν στρατηγική αξία.
Η επιχειρηματική αποτελεσματικότητα δεν είναι πλέον το μοναδικό κριτήριο. Οι κυβερνήσεις ζητούν ανθεκτικότητα, ακόμη κι αν αυτή αυξάνει το κόστος.
MoneyMatters View
Η γερμανική άσκηση δείχνει ότι η εμπορική πολιτική μετατρέπεται σε πολιτική ασφάλειας. Οι τεχνολογίες laser, οπτικών συστημάτων και ημιαγωγών δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως απλά εξαγώγιμα προϊόντα, αλλά ως στρατηγικά εργαλεία ισχύος.
Ένας πλήρης εμπορικός πόλεμος ΕΕ–Κίνας θα είχε υψηλό κόστος και για τις δύο πλευρές. Η χαρτογράφηση όμως αλλάζει τη διαπραγμάτευση: η Ευρώπη προσπαθεί να περάσει από τη θέση του εξαρτημένου αγοραστή στη θέση ενός παίκτη που γνωρίζει πού διαθέτει πραγματική μόχλευση.
Η ανάλυση βασίζεται σε πληροφορίες του Bloomberg και σε δημόσιες τοποθετήσεις της γερμανικής κυβέρνησης για τη στρατηγική μείωσης κινδύνου έναντι της Κίνας.
The post Η Γερμανία χαρτογραφεί τις αδυναμίες της Κίνας: Οι εταιρείες-κλειδιά σε έναν πιθανό εμπορικό πόλεμο appeared first on moneymatters.cy.