Μια συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση κρίνεται εύκολα από τις αυξήσεις που υπόσχεται και πολύ δυσκολότερα από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσει την επόμενη κρίση. Με τη δημόσια αναφορά του σε ασφαλιστικές δικλίδες, ο Μάκης Κεραυνός έφερε αυτή τη δεύτερη διάσταση στο επίκεντρο της συζήτησης για το κυπριακό σύστημα.
- Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση αφορά πλέον και την κατανομή του μελλοντικού οικονομικού κινδύνου.
- Δεν έχει παρουσιαστεί συγκεκριμένος αυτόματος μηχανισμός αλλαγής εισφορών, συντάξεων ή ηλικιακών ορίων.
- Οι κανόνες προστασίας πρέπει να είναι κατανοητοί πριν ολοκληρωθεί η πολιτική και νομοθετική συμφωνία.
Μετά τη συνεδρίαση του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος της 7ης Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Οικονομικών προέταξε τη διαχρονική αντοχή του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Οι δηλώσεις αναρτήθηκαν από το ίδιο το υπουργείο. Η στήριξη των χαμηλών συντάξεων παραμένει κυβερνητική προτεραιότητα, αλλά οι τελικοί μηχανισμοί προστασίας δεν έχουν ακόμη παρουσιαστεί αναλυτικά.
Η πραγματική διαπραγμάτευση
Το πολιτικό διακύβευμα είναι ποιος θα αναλαμβάνει την προσαρμογή όταν οι οικονομικές προβλέψεις δεν επιβεβαιώνονται. Η απάντηση δεν μπορεί να μένει σε μια γενική επίκληση της βιωσιμότητας. Χρειάζεται να ορίζει ποια δεδομένα θα αξιολογούνται, ποιος θα αποφασίζει και με ποια διαδικασία θα προστατεύονται οι ασφαλισμένοι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ανακοινωθεί αλλαγή στην ηλικία συνταξιοδότησης ή νέος κανόνας μείωσης παροχών. Συγκεκριμένη απόφαση αυτού του είδους δεν προκύπτει από τη δημόσια αναφορά σε δικλίδες. Σημαίνει, όμως, ότι η διαπραγμάτευση αφορά πλέον και την κατανομή του μελλοντικού κινδύνου, όχι μόνο την άμεση κατανομή των αυξήσεων.
Για τους κοινωνικούς εταίρους, αυτή είναι ουσιαστική διαφορά. Μια συμφωνία για καλύτερες παροχές μπορεί να αξιολογηθεί διαφορετικά αν συνοδεύεται από μηχανισμούς που ενεργοποιούνται αργότερα. Η διαφάνεια πρέπει επομένως να προηγείται της συναίνεσης, ώστε κάθε πλευρά να γνωρίζει το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας.
Δημοσιονομική αντοχή και κοινωνική νομιμοποίηση
Η ανάγκη προστασίας των δημόσιων οικονομικών δεν είναι αντίθετη με την προστασία των συνταξιούχων. Ένα σύστημα που δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις του απειλεί ακριβώς εκείνους που εξαρτώνται περισσότερο από αυτό. Αντίστροφα, ένα σύστημα που εμφανίζεται λογιστικά ασφαλές αλλά αφήνει τις χαμηλές συντάξεις ανεπαρκείς δεν εκπληρώνει τον κοινωνικό του σκοπό.
Η δύσκολη ισορροπία βρίσκεται ανάμεσα στις δύο απαιτήσεις. Για να αποκτήσει αξιοπιστία η μεταρρύθμιση, χρειάζεται κατανοητή παρουσίαση τόσο των οφελών όσο και των παραδοχών της. Η απασχόληση, η διάρκεια καταβολής των παροχών και οι χρηματοδοτικές δυνατότητες δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες χωρίς πολιτικό βάρος. Είναι οι παράγοντες που καθορίζουν αν η συμφωνία αντέχει πέρα από τον πρώτο χρόνο εφαρμογής.
Το επόμενο τεστ είναι οι κανόνες
Ο χρονικός στόχος της κυβέρνησης είναι η 1η Ιανουαρίου 2027. Το χρονοδιάγραμμα ασκεί πίεση, αλλά δεν αναιρεί την ανάγκη να ξεκαθαριστεί το τελικό κόστος και να ολοκληρωθεί η νομοθετική διαδικασία. Δεν είναι ασφαλές να αντιμετωπίζεται μια πολιτική επιδίωξη ως ήδη κατοχυρωμένο αποτέλεσμα.
Η ουσία της επόμενης φάσης θα είναι αν η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει μια μεταρρύθμιση που ενισχύει τις χαμηλές συντάξεις, διατηρεί την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξηγεί χωρίς ασάφειες πώς θα αντιδρά σε δυσμενείς συνθήκες. Η ανθεκτικότητα δεν χρειάζεται μόνο οικονομικά αποθέματα. Χρειάζεται και κανόνες που οι πολίτες κατανοούν πριν κληθούν να τους αποδεχθούν.