MoneyMatters Ai · AI Takeaways
- Η δημιουργικότητα και η σύνδεση διαφορετικών εμπειριών αποτελούν βασικά διδάγματα από τη διαδρομή του Steve Jobs.
- Η πειθαρχία του «όχι» και η μάθηση από την αποτυχία δίνουν κατεύθυνση στην ηγεσία, χωρίς να δικαιολογούν τη σκληρότητα.
- Η ευγνωμοσύνη, ο ουσιαστικός αντίλογος και η προετοιμασία διαδόχων ολοκληρώνουν την παρακαταθήκη του για τη νέα γενιά.
Πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση της Apple και δεκαπέντε μετά τον θάνατό του, ο Steve Jobs παραμένει το πιο ζηλευτό πρότυπο ηγεσίας. Όσοι τον μιμούνται κρατούν συνήθως την ένταση των πρώτων του χρόνων. Το πολυτιμότερο δίδαγμα βρίσκεται στη σοφία των τελευταίων.
Πριν από τον Macintosh και το iPhone, υπήρχε ένας πάγκος εργασίας. Ο Paul Jobs, μηχανουργός που δεν είχε τελειώσει το λύκειο, παραχώρησε στον πεντάχρονο γιο του ένα κομμάτι του πάγκου στο γκαράζ, του έδωσε μικρά εργαλεία και του έμαθε να συναρμολογεί και να αποσυναρμολογεί πράγματα. Λίγο αργότερα, ένας γείτονας μηχανικός της Hewlett-Packard τον μύησε στα Heathkits, ηλεκτρονικές συσκευές που ο αγοραστής συναρμολογούσε μόνος του. Στη συνέντευξή του για το Smithsonian, το 1995, ο Jobs είπε ότι από εκείνη την εμπειρία κέρδισε κάτι πολυτιμότερο από τεχνικές γνώσεις: τη βεβαιότητα ότι μια τηλεόραση είναι ανθρώπινη κατασκευή, κατανοητή σε όποιον επιμείνει να μάθει.
Η δημιουργικότητα ξεκινά τη στιγμή που ο κόσμος παύει να μοιάζει με μαγεία. Όποιος πιστεύει ότι τα σύνθετα πράγματα μπορούν να γίνουν κατανοητά, βρίσκει και το θάρρος να τα αλλάξει.
Το 1983, μιλώντας σε σχεδιαστές στο Άσπεν, ο Jobs φαντάστηκε μια μηχανή που θα αποτύπωνε τον τρόπο σκέψης ενός μεγάλου στοχαστή, ώστε κάποτε να μπορούμε να τη ρωτήσουμε τι θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η νέα γενιά κρατά κάτι πολύ κοντινό στην τσέπη της. Οι απαντήσεις έγιναν άφθονες. Σπάνιες παραμένουν η κρίση, η αισθητική, η συγκέντρωση και η αντοχή στην αποτυχία, δηλαδή όσα ο Jobs καλλιέργησε με εμμονή. Γι’ αυτό η παρακαταθήκη του αξίζει σήμερα περισσότερο από ποτέ, με μία προϋπόθεση: να τη διαβάσουμε ολόκληρη, μαζί με το κόστος της και την ωρίμανσή της.
Η σύνδεση ως μέθοδος
Το μεγαλύτερο χάρισμα του Jobs ήταν η ικανότητα να συνδέει κόσμους που οι άλλοι κρατούσαν χωριστά. Το 1986 απέκτησε την Pixar, μια μικρή ομάδα γραφικών υπολογιστή, και τη στήριξε οικονομικά από την τσέπη του για σχεδόν μια δεκαετία. Εκεί συνένωσε δύο κουλτούρες που δύσκολα συνεννοούνταν, την αφήγηση του Χόλιγουντ και τη μηχανική της Silicon Valley. Το 1995, το Toy Story έγινε η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία εξ ολοκλήρου με κινούμενα σχέδια υπολογιστή.
Η ίδια λογική εξηγεί την πιο γνωστή του ιστορία. Ένα μάθημα καλλιγραφίας που παρακολούθησε στο Reed College, αφού είχε εγκαταλείψει την κανονική φοίτηση, έγινε δέκα χρόνια αργότερα η τυπογραφία του Macintosh. Μιλώντας σε αποφοίτους λυκείου το 1996, όρισε τη δημιουργικότητα ως τη σύνδεση εμπειριών που κανείς πριν δεν είχε συσχετίσει, και πρόσθεσε μια προϋπόθεση που συνήθως ξεχνάμε: για να τις συνδέσεις, πρέπει πρώτα να τις έχεις ζήσει.
Εδώ κρύβεται μια άβολη αλήθεια για τον τρόπο που εκπαιδεύουμε και προσλαμβάνουμε. Οι διαδρομές που ανταμείβουν μόνο την εξειδίκευση παράγουν ικανούς επαγγελματίες και ελάχιστους πρωτότυπους. Ο νέος που διαβάζει ιστορία, μελετά μουσική ή μαθαίνει κάτι φαινομενικά άχρηστο επενδύει σε συνδέσεις που κανένα βιογραφικό δεν μπορεί ακόμη να καταγράψει.
Η απόλυση ως σχολείο
Τον Σεπτέμβριο του 1985, το διοικητικό συμβούλιο της Apple απομάκρυνε τον τριαντάχρονο συνιδρυτή της. Λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν το Newsweek τον ρώτησε αν είχε συμβάλει ο ίδιος στην πτώση του, ο Jobs παραδέχτηκε ότι μπορούσε να γίνει πολύ έντονος στις πεποιθήσεις του. Πρόσθεσε όμως ότι, σε γενικές γραμμές, συμπαθούσε τον εαυτό του και δεν βιαζόταν να αλλάξει.
Η επόμενη δεκαετία τον άλλαξε ούτως ή άλλως. Ο υπολογιστής της NeXT ήταν κομψός, ακριβός και αργοπορημένος, και οι πωλήσεις του απογοήτευσαν. Η Pixar επιβίωνε πουλώντας εξειδικευμένους υπολογιστές και διαφημιστικά σποτ. Για να σώσει τις δύο εταιρείες, ο Jobs έμαθε να τις περιορίζει στην ουσία τους, ακόμη κι όταν αυτό πονούσε: η NeXT έκλεισε το εργοστάσιό της, απέλυσε περίπου το 40% των εργαζομένων της και έγινε εταιρεία λογισμικού, η Pixar εγκατέλειψε το hardware και τις διαφημίσεις για να αφοσιωθεί στις ταινίες.
Το λογισμικό της NeXT αποδείχθηκε το πολυτιμότερο προϊόν αυτής της «αποτυχίας». Όταν η Apple εξαγόρασε τη NeXT στα τέλη του 1996, το λειτουργικό της σύστημα έγινε η βάση του Mac OS X και, αργότερα, του iPhone. Μια αποτυχημένη επιχείρηση μπορεί να αφήσει πίσω της ανθρώπους, δεξιότητες και τεχνολογία πιο πολύτιμα από την επιτυχία που κυνηγούσε. Αρκεί να κρατήσεις ό,τι αξίζει και να μάθεις από όλα τα υπόλοιπα.
Η πειθαρχία του «όχι»
Η συγκέντρωση που έδειξε ο Jobs όταν επέστρεψε στην Apple το 1997 είχε σφυρηλατηθεί σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Η εταιρεία, όπως είπε αργότερα, απείχε ενενήντα ημέρες από την αφερεγγυότητα και έβγαζε πολλές εκδοχές των ίδιων προϊόντων για να ικανοποιεί τους λιανοπωλητές. Ο Jobs ρώτησε τα στελέχη του ποια από αυτά να προτείνει στους φίλους του. Επειδή κανείς δεν είχε απάντηση, η Apple εγκατέλειψε περίπου το 70% των προϊόντων που είχε στα σχέδιά της και κράτησε ένα πλέγμα τεσσάρων τετραγώνων: έναν επιτραπέζιο και έναν φορητό υπολογιστή για καταναλωτές, έναν επιτραπέζιο και έναν φορητό για επαγγελματίες.
Σε συνάντηση με τους εργαζομένους τον Σεπτέμβριο του 1997, ο Jobs περιέγραψε μηχανικούς που μόλις είχαν δει τα έργα τους να ακυρώνονται και έφευγαν ενθουσιασμένοι, γιατί για πρώτη φορά καταλάβαιναν πού πήγαινε η εταιρεία. Η λεπτομέρεια αυτή αφορά κάθε ηγέτη: οι ικανοί άνθρωποι αντέχουν τη σκληρή δουλειά πολύ περισσότερο από τη δουλειά χωρίς κατεύθυνση.
Για έναν νέο άνθρωπο σήμερα, ο αντίπαλος της συγκέντρωσης είναι η αφθονία: ευκαιρίες, πλατφόρμες, ειδοποιήσεις, εκατό παράλληλα ενδιαφέροντα. Το «όχι» είναι η τιμή που πληρώνει κανείς για ένα σοβαρό «ναι».
Το τίμημα της έντασης
Εδώ η αφήγηση γίνεται άβολη, και αξίζει να μείνει άβολη. Ο Jobs μπορούσε να εμπνέει και να ταπεινώνει μέσα στην ίδια συνάντηση. Σε συνέντευξη της δεκαετίας του 1990 περιέγραψε πώς, σε συνεντεύξεις πρόσληψης, απαξίωνε σκόπιμα την προηγούμενη δουλειά των υποψηφίων για να δει αν θα λυγίσουν. Ερωτηθείς στην ίδια συνέντευξη για τις αδυναμίες του, απάντησε ότι τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία ενός ανθρώπου είναι συνήθως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Η διάγνωση ήταν ακριβής, και γι’ αυτό διδακτική. Η απαίτηση που ανέβαζε τον πήχη ήταν η ίδια που εξαντλούσε τους συνεργάτες του. Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, πολλά στελέχη έχουν αντιγράψει την εύκολη πλευρά του: τον τόνο, την ανυπομονησία, τη σκληρότητα. Λίγοι αντέγραψαν τη δύσκολη, την κρίση που κάποιες φορές έκανε αυτή τη σκληρότητα να αποδίδει. Χωρίς αυτή την κρίση, η σκληρότητα είναι απλώς κακή διοίκηση με διάσημο άλλοθι.
Ποιος τολμά να διαφωνήσει;
Ο ίδιος υποστήριζε ότι η Apple προσλάμβανε ανθρώπους για να της λένε τι να κάνει. Μια ανταλλαγή email που δημοσίευσε το Steve Jobs Archive δείχνει πώς λειτουργούσε αυτό στην πράξη. Τον Αύγουστο του 1997, ο Avie Tevanian, επικεφαλής του λογισμικού και από τους στενότερους συνεργάτες του, του έγραψε ότι η κουλτούρα της Apple ήταν τόσο προβληματική που ίσως ήταν ώρα να εξετάσουν σοβαρά την πώληση της εταιρείας. Ήταν ό,τι πιο δυσάρεστο μπορούσε να ακούσει κάποιος που μόλις είχε επιστρέψει για να τη σώσει. Ο Jobs αντέτεινε ότι υπήρχε κάτι που άξιζε να σωθεί. Στο τέλος της συζήτησης, όμως, του ζήτησε να συνεχίσει να τον αμφισβητεί, γιατί έτσι έφταναν στις σωστές αποφάσεις και γιατί το απολάμβανε κι ο ίδιος.
Η ανταλλαγή αυτή δείχνει το εύρος της ηγεσίας του και το όριό της. Ο Jobs ζητούσε αντίλογο από ανθρώπους με το βάρος του Tevanian. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο εύκολα μπορούσε να διαφωνήσει μαζί του κάποιος με λιγότερη ισχύ. Εκεί κρίνεται κάθε ηγέτης: η πρόσκληση στην αμφισβήτηση αποκτά αξία όταν ισχύει για όλους, και ιδίως για όσους έχουν περισσότερα να χάσουν.
Η σοφία των τελευταίων χρόνων
Η πιο βαθιά αλλαγή του Jobs συνέβη μακριά από τα προϊόντα του. Το 2003 διαγνώστηκε με μια σπάνια μορφή καρκίνου στο πάγκρεας. Δύο χρόνια αργότερα, στο Stanford, μίλησε για τη θνητότητα ως το πιο χρήσιμο εργαλείο που είχε βρει για τις μεγάλες αποφάσεις: μπροστά στο θάνατο, η υπερηφάνεια, οι προσδοκίες των άλλων και ο φόβος της αποτυχίας χάνουν τη σημασία τους, και μένει μόνο ό,τι μετράει πραγματικά.
Η ένταση έμεινε μέχρι το τέλος. Δίπλα της, όμως, ωρίμασε κάτι που στα τριάντα του έλειπε: η επίγνωση ότι κανείς δεν τα καταφέρνει μόνος. Τον Μάρτιο του 2010, έναν χρόνο μετά τη μεταμόσχευση ήπατος που του έσωσε τη ζωή, στάθηκε δημόσια στο πλευρό ενός νόμου για την αύξηση των δωρητών οργάνων και μίλησε για την τύχη του: εκατοντάδες συμπολίτες του είχαν πεθάνει περιμένοντας μόσχευμα, και ο ίδιος παραλίγο να είναι ένας από αυτούς.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου έγραψε ένα email στον εαυτό του, που έγινε γνωστό μετά τον θάνατό του. Απαριθμεί όσα όφειλε σε άλλους: την τροφή του, τα ρούχα του, τη γλώσσα που μιλούσε, τα μαθηματικά και τις τεχνολογίες με τις οποίες δούλευε. Θυμάται ότι, όταν αρρώστησε, ήταν ανήμπορος να σώσει μόνος τον εαυτό του. Και καταλήγει ότι αγαπά και θαυμάζει το ανθρώπινο είδος, ζωντανούς και νεκρούς, από τους οποίους εξαρτάται ολοκληρωτικά. Ο άνθρωπος που στα τριάντα δεν βιαζόταν να αλλάξει, στα πενήντα πέντε έγραφε στον εαυτό του ένα μάθημα ταπεινότητας.
Η πιο ώριμη πράξη ηγεσίας του ήταν και η τελευταία. Λίγο πριν παραδώσει τη διοίκηση, κάλεσε τον Tim Cook στο σπίτι του για να του προτείνει τη θέση του CEO και του έδωσε μια οδηγία: να κάνει πάντα το σωστό, χωρίς να αναρωτιέται ποτέ τι θα έκανε ο ίδιος. Είχε δει τη Disney να παραλύει μετά τον θάνατο του ιδρυτή της, με στελέχη να συνεδριάζουν για να μαντέψουν τι θα ήθελε ο Walt. Λίγοι ιδρυτές έχουν την ταπεινότητα να απελευθερώσουν τον διάδοχό τους από τη σκιά τους. Είναι ίσως το πιο ώριμο μάθημα που άφησε: η αξία ενός ηγέτη φαίνεται στο πόσο καλά λειτουργεί ο οργανισμός όταν εκείνος λείπει.
Η παρακαταθήκη ολόκληρη
Ο Jobs αποκαλούσε τον υπολογιστή «ποδήλατο για το μυαλό», ένα μέσο που πολλαπλασιάζει τη δύναμη όποιου ξέρει πού θέλει να πάει. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολύ ταχύτερο ποδήλατο. Ο προορισμός παραμένει ανθρώπινη απόφαση, και εκεί βρίσκεται η πραγματική παρακαταθήκη του.
Η νέα γενιά μπορεί να κρατήσει από τον Jobs την περιέργεια για το πώς λειτουργούν τα πράγματα και το θάρρος να τα αλλάζει. Να συλλέγει εμπειρίες από κόσμους που φαινομενικά δεν σχετίζονται, ώστε αργότερα να μπορεί να τις συνδέσει. Να λέει «όχι» στα πολλά για να πει ένα σοβαρό «ναι». Να βλέπει την αποτυχία ως πρώτη ύλη. Και να αφήσει πίσω τη σκληρότητα των πρώτων χρόνων, παίρνοντας μαζί της τη σοφία των τελευταίων: την ευγνωμοσύνη προς τους άλλους, την ανοιχτή πρόσκληση στη διαφωνία, την ταπεινότητα να προετοιμάζει τη δική της αντικατάσταση.
Ο ίδιος ζήτησε να μη ρωτάμε τι θα έκανε εκείνος. Η καλύτερη τιμή στη μνήμη του είναι να κάνουμε το σωστό με τον δικό μας τρόπο, προσθέτοντας στο θάρρος της δημιουργίας τη φροντίδα για τους ανθρώπους που τη μοιράζονται.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μιχάλης Α. Παπαδόπουλος είναι ιδρυτής και CEO της Velicor Consulting, εταιρείας συμβούλων επιχειρηματικού μετασχηματισμού με έδρα την Κύπρο. Έχει διατελέσει CEO του Αρεταίειου Νοσοκομείου και ανώτερο στέλεχος της Cyta. Είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του MountMed Institute for Mountain Regions of Mediterranean Islands και Στρατηγικός Σύμβουλος της NITEO Digital Dental Laboratory. Το έργο του καλύπτει τον στρατηγικό μετασχηματισμό, τον οργανωσιακό ανασχεδιασμό, τη διακυβέρνηση και την πολιτική άμυνας και καινοτομίας. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Σικάγο και αφιερώνει σημαντικό μέρος του χρόνου του στην καθοδήγηση νέων στελεχών.
The post Steve Jobs: Τι αξίζει να κληρονομήσει η νέα γενιά και τι να αφήσει πίσω – Του Μιχάλη Παπαδόπουλου appeared first on moneymatters.cy.