Στην εποχή των chatbots Τεχνητής Νοημοσύνης, το να γνωρίζουμε ποιες πληροφορίες πρέπει να κρατάμε για τον εαυτό μας αποτελεί, πλέον, βασική ψηφιακή δεξιότητα. Η εταιρεία ψηφιακής ασφάλειας ESET προειδοποιεί ότι δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο πώς τα chatbots διαχειρίζονται τις πληροφορίες που μοιραζόμαστε μαζί τους και υπογραμμίζει ότι πριν ζητήσουμε συμβουλές για θέματα ψυχικής υγείας, ιατρικά, νομικά ή άλλα προσωπικού χαρακτήρα, είναι σημαντικό να σκεφτόμαστε προσεκτικά τις πιθανές επιπτώσεις.
Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, πριν επιλέξουμε μία συγκεκριμένη πλατφόρμα ή ένα μοντέλο, είναι σημαντικό να μελετάμε τις πολιτικές διαχείρισης δεδομένων του παρόχου και να ελέγχουμε τις διαθέσιμες ρυθμίσεις απορρήτου, ώστε να γνωρίζουμε πώς συλλέγονται, αποθηκεύονται και χρησιμοποιούνται οι πληροφορίες μας.
Αν και υπάρχουν πλατφόρμες που δίνουν έμφαση στην προστασία της ιδιωτικότητας και στην ψηφιακή κυριαρχία των δεδομένων, οι χρήστες θα πρέπει να παραμένουν προσεκτικοί. Οι πολιτικές, οι όροι χρήσης και οι προτεραιότητες των εταιρειών μπορεί να αλλάξουν, με αποτέλεσμα τα δεδομένα που μοιραζόμαστε σήμερα να μπορούν στο μέλλον να χρησιμοποιηθούν για την εκπαίδευση συστημάτων AI.
Ορισμένες κατηγορίες πληροφοριών που είναι προτιμότερο να παραμένουν ιδιωτικές είναι:
1. Κωδικοί πρόσβασης, διαπιστευτήρια και απαντήσεις σε ερωτήσεις ασφαλείας που χρησιμοποιούνται για την ανάκτηση ή την πρόσβαση σε λογαριασμούς.
2. Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που επιτρέπουν την ταυτοποίηση (SPII). Σε αυτά περιλαμβάνονται στοιχεία ταυτότητας και διαβατηρίου, διευθύνσεις κατοικίας και οικονομικά δεδομένα.
3. Εμπιστευτικές πληροφορίες που σχετίζονται με την εργασία, όπως εσωτερικές αναφορές, δεδομένα πελατών, σχέδια προϊόντων, πηγαίος κώδικας και άλλες μη δημόσιες επιχειρηματικές πληροφορίες. Η χρήση της AI για τη σύνοψη ενός εμπιστευτικού εγγράφου μπορεί να φαίνεται ως ένας αποτελεσματικός τρόπος εξοικονόμησης χρόνου. Ωστόσο, εάν το εργαλείο δεν είναι εγκεκριμένο για τη διαχείριση τέτοιων πληροφοριών ή δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του παρόχου, η μεταφόρτωση του εγγράφου ενδέχεται να παραβιάζει τις εσωτερικές πολιτικές της εταιρείας, συμβατικές υποχρεώσεις ή απαιτήσεις προστασίας δεδομένων.
4. Ιατρικά και άλλα άκρως ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, όπως ιατρικά αρχεία, αποτελέσματα εξετάσεων, πληροφορίες σχετικά με θεραπείες και άλλα δεδομένα που αφορούν την υγεία.
5. Πληροφορίες που αφορούν άλλα άτομα, όπως στοιχεία συναδέλφων, αρχεία πελατών, ιδιωτικές συνομιλίες, στοιχεία επικοινωνίας και άλλες προσωπικές πληροφορίες τρίτων.
Τέλος, πριν κοινοποιήσουμε οποιαδήποτε πληροφορία, πρέπει να αναρωτηθούμε αν πρόκειται για δημόσια πληροφορία, αν έχουμε την απαραίτητη εξουσιοδότηση για να την κοινοποιήσουμε και αν θα νιώθαμε άνετα σε περίπτωση που αυτή η πληροφορία αποκαλυπτόταν σε περιστατικό παραβίασης δεδομένων.
Χρήση της AI με ασφάλεια
Εάν, παρ’ όλα αυτά, θέλουμε οπωσδήποτε να μοιραστούμε πληροφορίες με το AI chatbot, η ESET συμβουλεύει να διαμορφώσουμε το prompt μας με τρόπο που να περιορίζει τους κινδύνους:
– Να αφαιρούμε ονόματα και άλλα αναγνωριστικά στοιχεία.
– Να χρησιμοποιούμε φανταστικά ή ανωνυμοποιημένα παραδείγματα αντί για πραγματικές υποθέσεις ή περιστατικά.
– Να συνοψίσουμε οι ίδιοι τα ευαίσθητα έγγραφα πριν ζητήσουμε τη βοήθεια της AI.
– Να χρησιμοποιούμε εγκεκριμένα εταιρικά εργαλεία AI με κατάλληλες εγγυήσεις προστασίας δεδομένων, εφόσον είναι διαθέσιμα στον χώρο εργασίας μας.
Επιπλέον, για μεγαλύτερη ασφάλεια, είναι σημαντικό να ελέγχουμε ποιες κατηγορίες διαβαθμισμένων δεδομένων επιτρέπεται να υποβάλλονται σε επεξεργασία μέσω του εργαλείου, εάν είναι ενεργοποιημένες λειτουργίες όπως το ιστορικό συνομιλιών και η μνήμη, καθώς και εάν εξωτερικά πρόσθετα, σύνδεσμοι ή λειτουργίες αναζήτησης στον ιστό, ενδέχεται να μεταφέρουν πληροφορίες εκτός του περιβάλλοντος που ελέγχει ο οργανισμός στον οποίο εργαζόμαστε.
Η ESET προειδοποιεί, εξάλλου, ότι ένα έξυπνο chatbot μπορεί να εξάγει πληροφορίες που μας αφορούν προσωπικά, αξιοποιώντας το ιστορικό των prompts μας, ακόμη και όταν έχουμε ανωνυμοποιήσει τα δεδομένα που εισάγουμε. Επιπλέον, η διαγραφή μίας συνομιλίας δεν εγγυάται απαραίτητα ότι έχουν διαγραφεί όλα τα σχετικά δεδομένα ή αντίγραφά τους. Αν και η διαγραφή μπορεί να περιορίσει την έκθεση των πληροφοριών, δεν θα πρέπει να θεωρείται απόδειξη ότι κάθε ίχνος τους έχει εξαφανιστεί.
Για αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τις πολιτικές διατήρησης δεδομένων και τον τρόπο με τον οποίο ο εκάστοτε πάροχος διαχειρίζεται τις πληροφορίες που συλλέγει, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής χρήσης τους για την εκπαίδευση μοντέλων AI.
Τι πρέπει να κάνουμε, όμως, αν έχουμε κοινοποιήσει ευαίσθητες πληροφορίες; Να διαγράψουμε τη συνομιλία, όπου αυτό είναι δυνατό, να διαγράψουμε τυχόν αποθηκευμένες μνήμες και να ανακαλέσουμε την πρόσβαση συνδεδεμένων εφαρμογών, εφόσον αυτό είναι σχετικό με την περίπτωσή μας. Αν έχουμε εκθέσει κωδικούς πρόσβασης, κωδικούς ανάκτησης ή άλλα διαπιστευτήρια, είναι σημαντικό να τους αλλάξουμε. Εάν εμπλέκονται δεδομένα της εταιρείας, πελατών ή τρίτων, χρειάζεται να αναφέρουμε το περιστατικό στον εργοδότη μας ή στην ομάδα ασφαλείας του οργανισμού, αντί να επιχειρήσουμε να το διαχειριστούμε μόνοι μας.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
The post appeared first on SciNews.eu.