Strategist Ai · AI Takeaways
- Στις 16 Οκτωβρίου, ο Τραμπ χρησιμοποίησε την πρόβλεψη εξαίρεσης του νόμου Graham που είχε υπογράψει στις 18 Σεπτεμβρίου.
- Η αναστολή καλύπτει νέες κυρώσεις και δασμούς, αλλά δεν καταργεί τις προϋπάρχουσες αμερικανικές κυρώσεις που διατηρεί ρητά το διάταγμα.
- Η κίνηση ακολουθεί το άνοιγμα στο ρωσικό ντίζελ και μεταβάλλει την αμερικανική πίεση, χωρίς να αλλάζει αυτομάτως το καθεστώς της ΕΕ.
Στις 18 Σεπτεμβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε έναν νέο νόμο για οικονομική πίεση κατά της Ρωσίας. Στις 16 Οκτωβρίου ενεργοποίησε τις εξαιρέσεις του, παγώνοντας την εφαρμογή νέων κυρώσεων και δασμών. Η στροφή, μία εβδομάδα μετά τη συμφωνία που ανακοίνωσε για ρωσικό ντίζελ, μεταφέρει το βάρος από την απειλή πρόσθετων μέτρων στη διακριτική ευχέρεια του Λευκού Οίκου να τα εφαρμόσει αργότερα.
Το πολιτικό μήνυμα είναι ισχυρό, αλλά το εύρος του χρειάζεται ακρίβεια: δεν πρόκειται για συνολική κατάργηση των κυρώσεων κατά της Μόσχας. Το ίδιο το εκτελεστικό διάταγμα διαχωρίζει τα μέτρα του νέου νόμου από το προϋπάρχον αμερικανικό πλαίσιο, το οποίο διατηρεί ρητά.
Πώς χρησιμοποιείται η εξαίρεση του νόμου
Ο Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026 περιλαμβάνει, στο άρθρο 115, δυνατότητα προεδρικής εξαίρεσης από κυρώσεις, περιορισμούς και δασμούς. Προϋποθέτει γραπτή πιστοποίηση προς το Κογκρέσο ότι η εξαίρεση υπηρετεί το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ και έκθεση που εξηγεί τη βάση της απόφασης.
Ο Τραμπ δηλώνει στο διάταγμα ότι υπέβαλε αυτή την πιστοποίηση και την έκθεση. Επομένως, η απόφαση παρουσιάζεται από την προεδρία ως χρήση εξουσίας που παρέχει ο ίδιος ο νόμος. Το πολιτικό ζήτημα είναι διαφορετικό: πόση πίεση απομένει από ένα νέο πακέτο όταν αναστέλλεται η εφαρμογή σημαντικών προβλέψεών του πριν δοκιμαστεί στην πράξη.
Οι δασμοί και η πίεση στους αγοραστές ρωσικής ενέργειας
Το διάταγμα αποτυπώνει αυξήσεις δασμών 500% σε ρωσικά προϊόντα και 100% σε προϊόντα από τους πέντε μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, υπό τους όρους που περιγράφει για νέες αγορές από τις 18 Οκτωβρίου. Αντίστοιχη πρόβλεψη αφορά τους πέντε μεγαλύτερους διευκολυντές παράκαμψης των πετρελαϊκών κυρώσεων.
Ωστόσο, οι δασμοί αυτοί εξαιρούνται από την εφαρμογή με το ίδιο κείμενο. Η προεδρία διατηρεί την παρακολούθηση των αγορών και τη δυνατότητα επόμενης απόφασης. Έτσι, το μέτρο παραμένει διαθέσιμο ως μοχλός διαπραγμάτευσης, αλλά η άμεση οικονομική απειλή προς τους αγοραστές ρωσικής ενέργειας αποδυναμώνεται.
Το όριο της αναστολής είναι επίσης πολιτικό. Δεν ορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης: οι εξαιρέσεις συνεχίζονται έως ότου ο πρόεδρος ή ο υπουργός Εξωτερικών, με τις προβλεπόμενες διαβουλεύσεις, κρίνουν ότι απαιτείται περαιτέρω ενέργεια. Για τη Μόσχα και τους εμπορικούς της εταίρους αυτό περιορίζει την άμεση πίεση, χωρίς να προσφέρει μόνιμη εγγύηση.
Το ντίζελ προηγήθηκε, αλλά δεν είναι η ίδια απόφαση
Η στροφή είχε προηγουμένως πάρει συγκεκριμένη εμπορική μορφή. Στις 9 Οκτωβρίου, την ημέρα που ο Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία προμήθειας ντίζελ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η αμερικανική OFAC εξέδωσε τη Γενική Άδεια 135. Επιτρέπει συναλλαγές που σχετίζονται με πώληση, παράδοση, εκφόρτωση και εισαγωγή ντίζελ ρωσικής προέλευσης, περιλαμβανομένων εισαγωγών στις ΗΠΑ.
Αυτή η άδεια έχει συγκεκριμένο χρονικό όριο, έως τις 00:01 ώρα Ανατολικής Ακτής στις 7 Απριλίου 2027. Διατηρεί επίσης ειδική απαγόρευση χρέωσης λογαριασμών της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, του Εθνικού Ταμείου Πλούτου και του υπουργείου Οικονομικών σε αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η συμφωνία για ένα καύσιμο, οι εξαιρέσεις του νέου νόμου και οι δεσμεύσεις χρημάτων είναι τρία διαφορετικά επίπεδα πολιτικής.
Το κέρδος για τη Μόσχα και το ερώτημα για την Ουκρανία
Η δυνατότητα να πωλείται περισσότερο ρωσικό καύσιμο σε επιτρεπόμενες αγορές μπορεί να διευρύνει τις εμπορικές επιλογές της Ρωσίας. Το πόσο θα αυξηθούν τα έσοδά της εξαρτάται από τις πραγματικές ποσότητες, τις τιμές και τις συναλλαγές που θα πραγματοποιηθούν. Η ανακοίνωση συμφωνίας δεν αρκεί για να υπολογιστούν ήδη πραγματοποιημένα έσοδα.
Για την Ουκρανία, η αναστολή πρόσθετων πιέσεων προς τη ρωσική οικονομία αλλάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο επιδιώκεται διαπραγμάτευση. Δημιουργεί όμως και ερώτημα αξιοπιστίας για την αμερικανική απειλή: οι συναλλασσόμενοι θα αξιολογούν πλέον όχι μόνο ποιο μέτρο εγκρίνει η Ουάσιγκτον, αλλά και πόσο πιθανό είναι να το εφαρμόσει και να το διατηρήσει.
Η ευρωπαϊκή γραμμή παραμένει ξεχωριστή
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί το δικό της πλαίσιο για το ρωσικό πετρέλαιο, τα πετρελαϊκά προϊόντα και τις σχετικές υπηρεσίες. Το αμερικανικό διάταγμα δεν το τροποποιεί. Η διαφοροποίηση των δύο πλευρών δημιουργεί μεγαλύτερη ανάγκη συντονισμού και καθαρών κανόνων, ειδικά όταν μια ενεργειακή συναλλαγή εμπλέκει περισσότερες δικαιοδοσίες.
Για την Κύπρο, αυτή είναι η άμεση πρακτική διάσταση: οι εταιρείες και οι υπηρεσίες της παραμένουν εντός ευρωπαϊκού πλαισίου, ακόμη και όταν η Ουάσιγκτον επιλέγει εξαιρέσεις. Η νέα απόφαση Τραμπ μειώνει προσωρινά μέρος της αμερικανικής πίεσης προς τη Μόσχα. Δεν μετατρέπει την ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων σε κοινή συμφωνία χαλάρωσης.
Λευκός Οίκος, εκτελεστικό διάταγμα 16/10/2026 · OFAC, Γενική Άδεια 135 της 9/10/2026 · Συμβούλιο ΕΕ, ισχύον πλαίσιο κυρώσεων
Ο Ντόναλντ Τραμπ στην αεροπορική βάση Έλμεντορφ–Ρίτσαρντσον, στις 13 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Molly Riley / The White House.