Πού καταλήγουν τελικά τα δισεκατομμύρια της Δύσης προς την Ουκρανία;
Για χρόνια, η Ουκρανία παρουσιάζεται στη Δύση ως το απόλυτο σύμβολο αντίστασης και γεωπολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα στη Ρωσία και το δυτικό στρατόπεδο. Πολιτικοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών άνοιξαν τα κρατικά ταμεία, ενέκριναν πακέτα δισεκατομμυρίων και έστειλαν όπλα, οικονομική βοήθεια και πολιτική στήριξη στο Κίεβο, υπό το αφήγημα της υπεράσπισης της δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής σταθερότητας.
Την ίδια ώρα όμως, ολοένα και περισσότερες υποθέσεις διαφθοράς προκαλούν σοβαρούς τριγμούς στο εσωτερικό της Ουκρανίας και γεννούν εύλογα ερωτήματα για το πού ακριβώς καταλήγουν όλα αυτά τα χρήματα. Το τελευταίο σκάνδαλο που αγγίζει τον στενό πυρήνα της εξουσίας του Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ούτε «μεμονωμένο περιστατικό», ούτε μια απλή πολιτική αντιπαράθεση.
Ο άλλοτε πανίσχυρος προσωπάρχης και στενός συνεργάτης του Ζελένσκι, Αντρέι Γερμάκ, βρέθηκε στο επίκεντρο μεγάλης έρευνας για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος, με τις ουκρανικές αρχές να ερευνούν διαδρομές εκατομμυρίων ευρώ μέσω επενδύσεων σε πολυτελή ακίνητα κοντά στο Κίεβο. Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, η υπόθεση συνδέεται με δίκτυα παράνομων χρηματοδοτήσεων, ενώ η πολιτική ζημιά για τον Ζελένσκι είναι ήδη τεράστια.
Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Πώς γίνεται μια χώρα που λαμβάνει ασταμάτητα ευρωπαϊκή και αμερικανική βοήθεια να συνεχίζει να παράγει σκάνδαλα τέτοιου μεγέθους; Πού καταλήγουν τα δισεκατομμύρια που αποστέλλονται υποτίθεται για την άμυνα, την ανοικοδόμηση και τη στήριξη του ουκρανικού λαού; Πόσο αποτελεσματικοί είναι τελικά οι μηχανισμοί ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Και κυρίως, πόσο αφελείς μπορούν να θεωρούν τους Ευρωπαίους φορολογούμενους οι πολιτικές ηγεσίες των Βρυξελλών;
Διότι η εικόνα που σχηματίζεται είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Από τη μια πλευρά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ζητούν συνεχώς νέες θυσίες από τους πολίτες τους, επικαλούμενες τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ενεργειακή κρίση και την ανάγκη «υπεράσπισης των δυτικών αξιών». Από την άλλη όμως, οι ίδιες κυβερνήσεις μοιάζουν να κάνουν τα στραβά μάτια απέναντι σε ένα σύστημα εξουσίας που κατηγορείται διαρκώς για διαπλοκή, αδιαφάνεια και πελατειακές σχέσεις.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη διαφθορά με τη στενή έννοια. Αφορά και το σκοτεινό παρασκήνιο γύρω από τη διακίνηση δυτικών όπλων. Εδώ και καιρό υπάρχουν αναφορές και καταγγελίες ότι μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού που στάλθηκε στην Ουκρανία κατέληξε στη μαύρη αγορά ή διοχετεύτηκε σε άλλες εμπόλεμες ζώνες. Οι διαψεύσεις από δυτικές κυβερνήσεις είναι γενικές και αόριστες, χωρίς ουσιαστικές απαντήσεις. Αν όντως όλα είναι υπό έλεγχο, γιατί δεν δημοσιοποιούνται πλήρεις μηχανισμοί παρακολούθησης; Γιατί δεν δίνονται στη δημοσιότητα αναλυτικά στοιχεία για τη διαδρομή των όπλων και των χρηματοδοτήσεων;
Ακόμη πιο προβληματικό είναι το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει να παρουσιάζει την Ουκρανία ως υποψήφια για ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια, την ώρα που οι ίδιες οι ουκρανικές αρχές κατά της διαφθοράς ερευνούν κορυφαία πρόσωπα του προεδρικού περιβάλλοντος. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ευρωπαϊκοί κύκλοι εμφανίζονται πλέον έντονα προβληματισμένοι για την αξιοπιστία της ουκρανικής ηγεσίας και για το κατά πόσο η χώρα πληροί στοιχειώδεις προϋποθέσεις θεσμικής διαφάνειας.
Και φυσικά, ο ίδιος ο Ζελένσκι δεν μπορεί να μένει στο απυρόβλητο. Ο Ουκρανός πρόεδρος έχτισε διεθνώς το προφίλ του «άφθαρτου ηγέτη» που μάχεται για τη δημοκρατία και την ελευθερία. Όμως όταν οι στενότεροι συνεργάτες του μπλέκονται σε τόσο σοβαρές υποθέσεις, οι πολιτικές ευθύνες δεν εξαφανίζονται με επικοινωνιακά διαγγέλματα και εμφανίσεις σε διεθνείς συνόδους κορυφής.
Αντιθέτως, η υπόθεση Γερμάκ ενισχύει την εντύπωση ότι στην Ουκρανία έχει διαμορφωθεί ένας κλειστός μηχανισμός εξουσίας, όπου πολιτική, επιχειρηματικά συμφέροντα και διεθνές χρήμα μπλέκονται επικίνδυνα μεταξύ τους. Και όσο η Δύση συνεχίζει να χρηματοδοτεί ανεξέλεγκτα το Κίεβο χωρίς πραγματική λογοδοσία, τόσο θα μεγαλώνει η δυσπιστία των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Διότι στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα είναι απλό: Η Ευρώπη στηρίζει πράγματι έναν λαό που δοκιμάζεται από μια αιματηρή σύγκρουση ή συντηρεί ένα σύστημα εξουσίας που κάποιοι φαίνεται να χρησιμοποιούν ως μηχανισμό πολιτικής και οικονομικής επιβίωσης;
Και αν οι Βρυξέλλες αδυνατούν ή δεν θέλουν να δώσουν ξεκάθαρες απαντήσεις, τότε ίσως το μεγαλύτερο σκάνδαλο να μην βρίσκεται μόνο στο Κίεβο, αλλά και στην ίδια την ευρωπαϊκή πολιτική υποκρισία…
Ω.