Διπλός ενεργειακός πόλεμος: Γιατί οι αγορές δεν πανικοβάλλονται ακόμη
Η παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επικίνδυνη διπλή σύγκρουση, η οποία δεν διεξάγεται μόνο με στρατιωτικά μέσα αλλά και με οικονομικά εργαλεία. Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν τα έσοδα του Ιράν από το πετρέλαιο. Από την άλλη, η Τεχεράνη απαντά απειλώντας τον πιο κρίσιμο ενεργειακό διάδρομο του πλανήτη, τα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται ουσιαστικά για μια «μάχη αποκλεισμών», με στόχο την άσκηση πίεσης και την εξαναγκαστική διαπραγμάτευση.
Ωστόσο, η υπόθεση ότι ένας ναυτικός αποκλεισμός θα οδηγήσει το Ιράν σε ουσιαστικές υποχωρήσεις δεν είναι ιδιαίτερα ρεαλιστική. Το ιρανικό καθεστώς διατηρεί τον έλεγχο της παραγωγής του και έχει αποδείξει διαχρονικά ότι μπορεί να αντέξει οικονομική πίεση χωρίς να αλλάξει στρατηγική κατεύθυνση. Η ιστορική του συμπεριφορά δείχνει ότι ιδεολογικές και γεωπολιτικές προτεραιότητες υπερισχύουν της οικονομικής ευημερίας, κάτι που καθιστά την πίεση μέσω κυρώσεων μια αργή και αβέβαιη διαδικασία.
Αντίθετα, για την υπόλοιπη παγκόσμια οικονομία, ο χρόνος λειτουργεί αντίστροφα. Η de facto παρεμπόδιση της ροής πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ συνιστά μία από τις μεγαλύτερες διαταραχές στην ιστορία της ενεργειακής αγοράς. Παρά το μέγεθος του κινδύνου, οι αγορές εμφανίζονται σχετικά ψύχραιμες. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί, αλλά όχι με την ένταση που παρατηρήθηκε σε άλλες γεωπολιτικές κρίσεις, όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Οι χρηματιστηριακές αγορές, μάλιστα, παραμένουν ισχυρές.
Η εξήγηση βρίσκεται σε δύο βασικούς παράγοντες. Πρώτον, τα αποθέματα πετρελαίου παραμένουν υψηλά, καθώς πριν την κρίση η προσφορά υπερέβαινε τη ζήτηση. Δεύτερον, οι αγορές προεξοφλούν ότι η ένταση δεν θα διαρκέσει αρκετά ώστε να προκαλέσει πραγματική έλλειψη. Αυτό αποτυπώνεται και στη δομή των τιμών, όπου οι μελλοντικές τιμές είναι χαμηλότερες από τις τρέχουσες, δείχνοντας προσδοκία αποκλιμάκωσης.
Παράλληλα, υπάρχει ένα ευρύτερο επιχείρημα που εξηγεί τη σχετική ψυχραιμία. Η παγκόσμια οικονομία έχει γίνει σημαντικά πιο αποδοτική ενεργειακά. Σε σχέση με τη δεκαετία του 1970, απαιτείται πολύ λιγότερο πετρέλαιο για την παραγωγή της ίδιας οικονομικής αξίας. Αυτό σημαίνει ότι οι οικονομίες μπορούν να αντέξουν υψηλότερες τιμές χωρίς να οδηγηθούν άμεσα σε ύφεση. Με απλά λόγια, το «βάρος» του πετρελαίου στο παγκόσμιο ΑΕΠ είναι αισθητά μειωμένο.
Ωστόσο, αυτή η πρόοδος κρύβει και έναν σοβαρό κίνδυνο. Η κατανάλωση πετρελαίου σήμερα είναι συγκεντρωμένη σε τομείς υψηλής αξίας και χαμηλής υποκατάστασης, όπως οι μεταφορές, η ναυτιλία και οι αερομεταφορές. Πρόκειται για κρίσιμους πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου η αύξηση των τιμών επηρέαζε κυρίως τη συνολική ζήτηση, σήμερα ένα σοκ μπορεί να πλήξει συγκεκριμένους κόμβους της οικονομίας, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις.
Αυτό αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται μια ενεργειακή κρίση. Στο παρελθόν, η άνοδος των τιμών οδηγούσε σε πληθωρισμό και περιοριστική νομισματική πολιτική, που με τη σειρά τους προκαλούσαν ύφεση. Σήμερα, το σοκ μπορεί να είναι πιο άμεσο και πιο βίαιο. Η διακοπή βασικών λειτουργιών, όπως οι μεταφορές και οι εφοδιαστικές αλυσίδες, μπορεί να οδηγήσει σε ξαφνική απώλεια οικονομικής δραστηριότητας, με δυσανάλογες συνέπειες.
Οι σύγχρονες οικονομίες, ιδιαίτερα οι ανεπτυγμένες και βασισμένες στις υπηρεσίες, δεν διαθέτουν εύκολες εναλλακτικές. Η εξάρτηση από πολύπλοκες και ευάλωτες αλυσίδες εφοδιασμού σημαίνει ότι μια παρατεταμένη διαταραχή μπορεί να οδηγήσει όχι σε μια σταδιακή ύφεση, αλλά σε μια κρίση τύπου «σοκ». Όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η διπλή ενεργειακή σύγκρουση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μιας απότομης και απρόβλεπτης προσαρμογής στις μεγάλες οικονομίες.
Τέλος, υπάρχει και μια κρίσιμη πολιτική διάσταση. Καθεστώτα όπως το Ιράν έχουν την ικανότητα να απορροφούν οικονομικό πόνο χωρίς άμεσες πολιτικές συνέπειες. Στις δημοκρατίες, όμως, η οικονομική αστάθεια μεταφράζεται γρήγορα σε πολιτικό κόστος. Αυτό δημιουργεί μια ασύμμετρη πίεση, όπου οι δυτικές κυβερνήσεις ενδέχεται να βρεθούν πιο ευάλωτες από τον αντίπαλο που επιχειρούν να πιέσουν.
Η ουσία είναι ότι οι αγορές μπορεί σήμερα να δείχνουν ψυχραιμία, αλλά το πραγματικό ρίσκο βρίσκεται στη διάρκεια της κρίσης. Αν οι δύο «αποκλεισμοί» συνεχιστούν, το σύστημα δεν θα αντιδράσει γραμμικά. Η μετάβαση από σταθερότητα σε κρίση μπορεί να είναι απότομη και βαθιά.