Από το κατηγορηματικό «στείλτε τα πίσω, χωρίς όρους» στην προσεκτική διατύπωση ότι το μέλλον των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι ζήτημα του Βρετανικού Μουσείου πέρασε ο Άντι Μπέρναμ. Η αλλαγή στάσης του Βρετανού πρωθυπουργού αποτελεί πολιτική υπαναχώρηση, αλλά δεν ισοδυναμεί ακόμη με οριστικό ναυάγιο των συνομιλιών για την επανένωση των Γλυπτών στην Αθήνα.
- Ο Άντι Μπέρναμ αποφεύγει πλέον να επαναλάβει την παλαιότερη θέση του για επιστροφή των Γλυπτών χωρίς όρους.
- Η παραπομπή στο Βρετανικό Μουσείο μειώνει την άμεση πολιτική δέσμευση της βρετανικής κυβέρνησης.
- Ο νόμος του 1963 περιορίζει τη μόνιμη αποδέσμευση αντικειμένων, αλλά δεν αποκλείει δανεισμούς ή αλλαγή της νομοθεσίας.
- Οι συνομιλίες Αθήνας και Μουσείου μπορούν να συνεχιστούν μέσω μιας μακροχρόνιας πολιτιστικής συμφωνίας.
Σε συνέντευξή του στους Financial Times, ο Μπέρναμ ρωτήθηκε αν εξακολουθεί να υποστηρίζει την επιστροφή των Γλυπτών. Η απάντησή του ήταν ότι, «σε τελική ανάλυση», πρόκειται για θέμα του Βρετανικού Μουσείου και ότι εκεί βρίσκεται η νομική διάσταση του ζητήματος.
Η νέα διατύπωση απέχει αισθητά από τη θέση που είχε εκφράσει το 2023, όταν, ως δήμαρχος του Μάντσεστερ, είχε ταχθεί υπέρ της επιστροφής τους στην Ελλάδα χωρίς προϋποθέσεις. Η υποστήριξή του δεν ήταν περιστασιακή. Ήδη από το 2002 είχε υποστηρίξει νομοθετική αλλαγή που θα επέτρεπε τη μεταφορά τους.
Τι άλλαξε όταν έγινε πρωθυπουργός
Η μετατόπιση δεν αφορά μόνο το πολιτιστικό ζήτημα. Αποκαλύπτει τη διαφορά ανάμεσα σε μια θέση αρχής που διατυπώνεται από έναν βουλευτή ή δήμαρχο και σε μια απόφαση που απαιτεί από έναν πρωθυπουργό να δαπανήσει πολιτικό κεφάλαιο, να αντιμετωπίσει αντιδράσεις και ενδεχομένως να ανοίξει τη νομοθεσία για τις εθνικές συλλογές.
Ο Μπέρναμ δεν δηλώνει πλέον ότι θα χρησιμοποιήσει την κυβερνητική ισχύ για να επιβάλει ή να διευκολύνει την επιστροφή. Επιλέγει θεσμική απόσταση, τοποθετώντας τους επιτρόπους του Μουσείου στην πρώτη γραμμή της ευθύνης. Πρόκειται για ασφαλέστερη πολιτική θέση στο εσωτερικό της Βρετανίας, επειδή του επιτρέπει να μη συγκρουστεί ούτε με το Μουσείο ούτε με όσους φοβούνται ότι μια παραχώρηση θα δημιουργήσει προηγούμενο για άλλα αμφισβητούμενα αντικείμενα.
Παράλληλα, όμως, η στάση του δεν είναι απόλυτη άρνηση. Δεν ανακοίνωσε διακοπή των συνομιλιών και δεν απέκλεισε ένα σχήμα συνεργασίας. Η πολιτική μετατόπιση κλείνει τον δρόμο της άμεσης κυβερνητικής πρωτοβουλίας, όχι κατ’ ανάγκη τον δρόμο μιας συμφωνίας ανάμεσα στο Βρετανικό Μουσείο και την ελληνική πλευρά.
Το νομικό επιχείρημα και η μισή αλήθεια
Το βασικό εμπόδιο είναι ο British Museum Act του 1963. Ο νόμος περιορίζει τη δυνατότητα των επιτρόπων να αποσύρουν μόνιμα αντικείμενα από τη συλλογή, εκτός από πολύ συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Επιτρέπει, ωστόσο, προσωρινούς δανεισμούς στο εξωτερικό.
Η επίκληση της ανεξαρτησίας του Μουσείου είναι θεσμικά βάσιμη, αλλά δεν εξαντλεί το ζήτημα. Η βρετανική Βουλή μπορεί να τροποποιήσει τη νομοθεσία, ενώ η κυβέρνηση μπορεί να δημιουργήσει το πολιτικό περιβάλλον για μια ευρύτερη συμφωνία. Επομένως, η φράση «αποφασίζει το Μουσείο» λειτουργεί και ως τρόπος μεταφοράς του πολιτικού κόστους.
Το Βρετανικό Μουσείο δηλώνει ότι οι συζητήσεις για μια νέα «Σύμπραξη για τον Παρθενώνα» παραμένουν εποικοδομητικές. Το πιθανό μοντέλο δεν προβλέπει απλή και μόνιμη παράδοση, αλλά μια μακρά πολιτιστική συμφωνία με περιοδική έκθεση Γλυπτών στην Αθήνα και σημαντικών ελληνικών αρχαιοτήτων στο Λονδίνο.
Γιατί η φόρμουλα του δανεισμού παραμένει δύσκολη
Το αγκάθι βρίσκεται στην κυριότητα. Η συνήθης πρακτική του Βρετανικού Μουσείου απαιτεί από τον αποδέκτη ενός δανείου να αναγνωρίζει τον τίτλο του Μουσείου επί των αντικειμένων. Η Αθήνα αποφεύγει μια τέτοια διατύπωση, επειδή θα αποδυνάμωνε τη θέση ότι τα Γλυπτά πρέπει να επανενωθούν μόνιμα με το μνημείο από το οποίο αφαιρέθηκαν.
Η διπλωματική λύση πιθανότατα θα χρειαστεί δημιουργική ασάφεια: μακροχρόνια έκθεση στην Αθήνα, ανανεώσιμη συμφωνία και ανταλλαγές αρχαιοτήτων, χωρίς ρητή επίλυση της διαφοράς για την ιδιοκτησία. Ένα τέτοιο μοντέλο θα επέτρεπε και στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν αποτέλεσμα χωρίς να εγκαταλείψουν τις θεμελιώδεις θέσεις τους.
Η αλλαγή Μπέρναμ κάνει αυτή τη φόρμουλα δυσκολότερη, επειδή αφαιρεί από την Αθήνα την προσδοκία μιας αποφασιστικής παρέμβασης από την Ντάουνινγκ Στριτ. Ταυτόχρονα, αφήνει στο Μουσείο αρκετό χώρο για να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις χωρίς να εμφανίζεται ότι ενεργεί κατόπιν κυβερνητικής εντολής.
Η βρετανική κοινή γνώμη κινείται διαφορετικά
Η πολιτική επιφυλακτικότητα δεν συμβαδίζει πλήρως με τη μετατόπιση της κοινής γνώμης. Σε δημοσκόπηση της JL Partners για το Parthenon Project το 2025, το 56% των Βρετανών δήλωσε ότι θα ψήφιζε υπέρ της επιστροφής στην Ελλάδα σε ένα υποθετικό δημοψήφισμα, έναντι 22% που θα επέλεγε την παραμονή στο Λονδίνο.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί ο Μπέρναμ δεν επέστρεψε στη σκληρή γραμμή της κατηγορηματικής απόρριψης. Η επιστροφή διαθέτει κοινωνικό έρεισμα, αλλά η κυβέρνηση δείχνει ότι δεν τη θεωρεί προτεραιότητα αρκετά μεγάλη ώστε να ανοίξει θεσμική σύγκρουση.
Το επόμενο διπλωματικό τεστ
Το ζήτημα αναμένεται να επανέλθει στο προσκήνιο στις 10 Σεπτεμβρίου, με την παρουσίαση της Ταπισερί της Μπαγιέ στο Βρετανικό Μουσείο μέσω ιστορικού δανεισμού από τη Γαλλία. Η έκθεση προβάλλεται ως παράδειγμα πολιτιστικής συνεργασίας και προσφέρει στην Αθήνα ένα προφανές επιχείρημα: αν δύο χώρες μπορούν να συμφωνούν σε μεγάλης κλίμακας μετακινήσεις εμβληματικών έργων, μπορεί να αναζητηθεί και ειδική λύση για τον Παρθενώνα.
Η στροφή Μπέρναμ είναι αρνητικό πολιτικό σήμα, όχι το τέλος της υπόθεσης. Δείχνει ότι η επανένωση των Γλυπτών δεν θα προχωρήσει μόνο επειδή ένας Βρετανός ηγέτης είχε εκφράσει προσωπική υποστήριξη στο παρελθόν. Θα απαιτήσει συμφωνία που να γεφυρώνει τον νόμο, την κυριότητα, το κύρος του Βρετανικού Μουσείου και τη σταθερή ελληνική θέση ότι ένα ενιαίο μνημείο δεν μπορεί να παραμένει τεμαχισμένο ανάμεσα σε δύο πρωτεύουσες.