Η επιβράδυνση της βιομηχανίας, το αυξημένο κόστος λειτουργίας και οι διογκωμένες κοινωνικές δαπάνες οδηγούν τους γερμανικούς δήμους στη μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου, με τον Economist να προειδοποιεί για οικονομικές αλλά και πολιτικές συνέπειες.
Για δεκαετίες, οι δήμοι της Γερμανίας αποτελούσαν υπόδειγμα οικονομικής ευρωστίας. Τα ισχυρά φορολογικά έσοδα από τη βιομηχανία χρηματοδοτούσαν σύγχρονες υποδομές, ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και φιλόδοξα επενδυτικά έργα. Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά.
Σύμφωνα με ανάλυση του Economist, οι τοπικές αρχές της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης αντιμετωπίζουν τη σοβαρότερη δημοσιονομική κρίση από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς η κάμψη της βιομηχανικής παραγωγής, ο υψηλός πληθωρισμός και οι αυξανόμενες κοινωνικές υποχρεώσεις εξαντλούν τα δημοτικά ταμεία.
Η πόλη της Audi έγινε σύμβολο της κρίσης
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ίνγκολστατ, μια πόλη περίπου 145.000 κατοίκων στη Βαυαρία, η οποία έχει συνδέσει την οικονομική της ανάπτυξη με την αυτοκινητοβιομηχανία Audi.
Για δεκαετίες, τα υψηλά κέρδη της εταιρείας μετέτρεψαν την πόλη σε ένα από τα πιο εύρωστα βιομηχανικά κέντρα της Γερμανίας. Όμως η επιβράδυνση της αυτοκινητοβιομηχανίας και οι πιέσεις που αντιμετωπίζει η μητρική Volkswagen έχουν μειώσει σημαντικά τα φορολογικά έσοδα του δήμου.
Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η περιφερειακή διοίκηση της Άνω Βαυαρίας απέρριψε τον προϋπολογισμό της πόλης, μπλοκάροντας νέες επενδύσεις.
Έργα ανακαίνισης, πολιτιστικές υποδομές και ακόμη και επισκευές σχολείων έχουν παγώσει λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
Όπως παραδέχεται ο δήμαρχος της πόλης, Michael Kern, «η Audi αποτελεί ταυτόχρονα ευλογία και κίνδυνο για την Ίνγκολστατ».
Όταν η βιομηχανία επιβραδύνεται, οι δήμοι ακολουθούν
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ίνγκολστατ.
Το μοντέλο χρηματοδότησης των γερμανικών δήμων βασίστηκε επί δεκαετίες στους φόρους που κατέβαλλαν οι μεγάλες βιομηχανίες κάθε περιοχής.
Καθώς όμως η αυτοκινητοβιομηχανία, η χημική βιομηχανία και άλλοι παραγωγικοί κλάδοι αντιμετωπίζουν πιέσεις, η μείωση των εταιρικών κερδών μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στα δημοτικά έσοδα.
Παρόμοιες δυσκολίες καταγράφονται σε πόλεις που εξαρτώνται από εταιρείες όπως η BASF, ενώ πλέον ακόμη και οικονομικά πιο διαφοροποιημένοι δήμοι δυσκολεύονται να διατηρήσουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.
Έλλειμμα-ρεκόρ €32 δισ.
Σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Bertelsmann, οι περίπου 10.000 γερμανικοί δήμοι κατέγραψαν το 2025 συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα 32 δισεκατομμυρίων ευρώ, το υψηλότερο στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.
Το έλλειμμα αυξήθηκε σχεδόν 30% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ οι περισσότερες τοπικές αρχές εκτιμούν ότι οι οικονομικές πιέσεις θα ενταθούν και τα επόμενα χρόνια.
Ο καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης René Geißler χαρακτηρίζει την κατάσταση ως τη σοβαρότερη κρίση δημοτικών οικονομικών που έχει αντιμετωπίσει ποτέ η μεταπολεμική Γερμανία.
Οι τρεις βασικές αιτίες
Σύμφωνα με την ανάλυση, τρεις παράγοντες βρίσκονται πίσω από τη δημοσιονομική επιδείνωση:
- Η εκτίναξη του κόστους κατασκευών, που έχει αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες για δημόσια έργα.
- Η αύξηση των μισθολογικών δαπανών στους δήμους, λόγω των νέων συλλογικών συμβάσεων.
- Οι αυξημένες κοινωνικές υποχρεώσεις, καθώς το ομοσπονδιακό κράτος αναθέτει στους δήμους την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών χωρίς αντίστοιχη χρηματοδότηση.
Στην Ίνγκολστατ, οι υποχρεωτικές αυτές δαπάνες απορροφούν πλέον περίπου 80% του δημοτικού προϋπολογισμού, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για νέες επενδύσεις.
Επενδυτικό κενό €231 δισ.
Οι συνέπειες γίνονται πλέον εμφανείς σε ολόκληρη τη χώρα.
Έργα υποδομών αναβάλλονται, σχολεία και δημόσια κτίρια παραμένουν χωρίς τις απαραίτητες επισκευές, ενώ αρκετοί δήμοι καταφεύγουν σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό ακόμη και για την κάλυψη των καθημερινών λειτουργικών τους αναγκών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το συνολικό επενδυτικό έλλειμμα των γερμανικών δήμων ανέρχεται πλέον στα 231 δισεκατομμύρια ευρώ, επίσης ιστορικό υψηλό.
Ο πολιτικός κίνδυνος
Πέρα από τις οικονομικές επιπτώσεις, ο Economist προειδοποιεί και για τις πολιτικές προεκτάσεις της κρίσης.
Η συνεχής υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, η καθυστέρηση έργων και η αίσθηση εγκατάλειψης που βιώνουν πολλοί πολίτες δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση λαϊκιστικών και ακραίων πολιτικών δυνάμεων.
Οι δήμοι ζητούν ήδη από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους περίπου 30 δισεκατομμυρίων ευρώ, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να αναλαμβάνουν νέες αρμοδιότητες χωρίς αντίστοιχους οικονομικούς πόρους.
MoneyMatters Insight
Η κρίση των γερμανικών δήμων αποκαλύπτει πόσο στενά συνδέεται η οικονομική ευημερία των τοπικών κοινωνιών με τη δυναμική της βιομηχανίας. Όταν οι μεγάλες επιχειρήσεις μειώνουν την κερδοφορία τους, η επίπτωση δεν περιορίζεται στους μετόχους ή στους εργαζομένους, αλλά επεκτείνεται σε σχολεία, δρόμους, πολιτισμό και δημόσιες υπηρεσίες. Για την Ευρώπη, η περίπτωση της Γερμανίας αποτελεί υπενθύμιση ότι η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα δεν είναι μόνο ζήτημα ανάπτυξης, αλλά και βασικός πυλώνας της δημοσιονομικής σταθερότητας και της κοινωνικής συνοχής.
The post Economist: Οι γερμανικοί δήμοι χωρίς χρήματα – Ο κίνδυνος για οικονομία και πολιτική appeared first on moneymatters.cy.