Προβληματισμός από παραδοσιακά στελέχη που βρίσκονται κοντά στο κόμμα
- Παραδοσιακά στελέχη προβληματίζονται για τη χαμηλή ένταση της αντιπολίτευσης του ΕΛΑΜ προς την κυβέρνηση.
- Στο επίκεντρο βρίσκονται το Κυπριακό, τα οδοφράγματα και η πάγια απόρριψη της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.
- Η προσπάθεια διεύρυνσης του ακροατηρίου ερμηνεύεται από ορισμένους ως πολιτικός υπολογισμός και σιωπηρή συμπολίτευση.
- Ερωτήματα προκαλεί και η υποτονική στάση απέναντι στον GSI, ένα έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου και Ελλάδας.
Το ΕΛΑΜ δεν είναι πια ένα περιθωριακό κόμμα που μπορεί να περιορίζεται σε φωνές διαμαρτυρίας. Στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου κατέλαβε την τρίτη θέση με 10,9% και οκτώ έδρες. Η πολιτική του ευθύνη, συνεπώς, είναι πλέον ανάλογη του εκλογικού του βάρους.
Αυτό ακριβώς επισημαίνουν παραδοσιακά στελέχη και υποστηρικτές του κόμματος, άνθρωποι που το στήριξαν όταν ακόμη έκανε τα πρώτα του βήματα. Δεν αμφισβητούν ότι το ΕΛΑΜ διαθέτει θέσεις. Αμφισβητούν, όμως, αν τις προβάλλει με την ένταση και τη συνέπεια που επιβάλλουν οι εξελίξεις.
Πρώτο παράδειγμα, το Κυπριακό.
Όπως λένε στη στήλη, δεν γίνεται η κυβέρνηση να επιδιώκει επανέναρξη των συνομιλιών και να συζητεί τη διατήρηση συγκλίσεων προηγούμενων διαπραγματευτικών κύκλων, από την περίοδο Χριστόφια–Ταλάτ μέχρι εκείνη Αναστασιάδη–Ακιντζί, χωρίς το ΕΛΑΜ να παρεμβαίνει συστηματικά και καθαρά.
Το ίδιο ισχύει για τα οδοφράγματα. Η επίσημη θέση του κόμματος είναι γνωστή: κλείσιμο όλων των σημείων διέλευσης. Όταν, λοιπόν, συζητείται το άνοιγμα νέων οδοφραγμάτων, τα συγκεκριμένα στελέχη θεωρούν ανεπαρκείς τις μέχρι σήμερα αντιδράσεις.
Το ερώτημά τους είναι απλό: εάν ένα κόμμα δεν σηκώνει τους τόνους σε ένα θέμα που αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας, πότε ακριβώς θα το κάνει;
Ανάλογος είναι ο προβληματισμός και για τη βάση λύσης. Το ΕΛΑΜ απορρίπτει πάγια τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Όσο οι διεργασίες εντείνονται, λένε οι ίδιοι, τόσο συχνότερη και ευκρινέστερη θα έπρεπε να είναι αυτή η θέση. Διαφορετικά, το κόμμα κινδυνεύει να βρεθεί εκ των υστέρων να καταγγέλλει εξελίξεις απέναντι στις οποίες προηγουμένως επέλεγε τη σιωπή.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία: μήπως η προσπάθεια του ΕΛΑΜ να παρουσιαστεί ως πολιτικά ώριμη και υπεύθυνη δύναμη μετατρέπεται σε μια βολική μορφή σιωπηρής συμπολίτευσης;
Υπάρχει, βεβαίως, και ο αντίλογος που προβάλλεται από την ηγεσία. Ότι το κόμμα δεν χρειάζεται καθημερινές ανακοινώσεις ούτε αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση. Ότι με επιλεκτικές παρεμβάσεις μπορεί να διευρύνει το ακροατήριό του και να εξασφαλίσει μεγαλύτερη πολιτική αποδοχή.
Μόνο που αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη πολιτική ωρίμανση. Μπορεί να είναι απλώς ένας υπολογισμός: λιγότερες συγκρούσεις με τον Νίκο Χριστοδουλίδη, περισσότερη πρόσβαση σε ψηφοφόρους που δεν θέλουν ακραίες αντιπαραθέσεις και διατήρηση ανοικτών επιλογών ενόψει των προεδρικών εκλογών.
Τα παραδοσιακά στελέχη φοβούνται ότι πίσω από αυτή την προσπάθεια διεύρυνσης κρύβεται ο κίνδυνος απώλειας της πολιτικής ταυτότητας του κόμματος. Και για έναν χώρο που οικοδόμησε την πορεία του πάνω σε απόλυτες και αδιαπραγμάτευτες θέσεις, αυτό δεν είναι μικρή αντίφαση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η στάση του ΕΛΑΜ απέναντι στον GSI.
Πρόκειται για ένα έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Με βάση τη ρητορική και τις ιδεολογικές αναφορές του κόμματος, θα ανέμενε κανείς ότι το ΕΛΑΜ θα ήταν πρώτο στη γραμμή, απαιτώντας την άμεση προώθησή του.
Αντίθετα, η στάση του παραμένει υποτονική, την ώρα που η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από μελέτες, αμφισημίες και διαφωνίες υπουργών.
Δεν αρκεί το ΕΛΑΜ να καταγγέλλει την υδατική και ηλεκτρική σύνδεση της Τουρκίας με το παράνομο μόρφωμα στα κατεχόμενα. Οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν φωνάζει με την ίδια ένταση υπέρ της «καλωδιακής ένωσης» Κύπρου και Ελλάδας.
Γιατί, όταν ακόμη και η ένωση με την Ελλάδα δεν αρκεί για να υψώσει τους τόνους, τότε η σιωπή του ΕΛΑΜ παύει να είναι περίεργη.
Γίνεται πολιτική επιλογή.
Άρης